Σάββατο, 3 Ιουνίου 2017

Δείπνο για δύο με ένα κολεόπτερο*


«Τον καημένο τον Σάμσα», σκέφτηκε ρίχνοντας μία κουταλιά ελαιόλαδο στο πυρέξ. Δεν ήταν τόσο η μεταμόρφωσή του που της είχε σπαράξει την καρδιά, όσο η σκόνη στις πλάτες του και στο φαγητό του˙ η αδερφή του, η Γκρέτε, είχε πάψει από καιρό να τον φροντίζει, κάτι ξεροκόμματα του πετούσε και καμία αγάπη. Ένας σκάνθαρος που έπαψε να τρώει θα ήταν στ’ αλήθεια ένας σκάνθαρος για λύπηση. Έβαλε στον πολτοποιητή τη ντομάτα, το αλάτι, το πιπέρι και μία πρέζα κουρκουμά. «Kάτι δυναμωτικό για ένα πλάσμα αδύναμο», σκέφτηκε. Μία μελιτζάνα, δύο κολοκύθια, τέσσερα μανιτάρια κι ένα κρεμμύδι ψιλοκομμένο, τα έριξε στο τηγάνι. Είχε αποφύγει το σκόρδο και τα δαφνόφυλλα˙ δεν ήθελε να τρομάξει τον καλεσμένο της. Από το τραπέζι της απέκλεισε τα φρέσκα λαχανικά και τα φρούτα, ειδικά τα μήλα. «Ο Σάμσα αγαπάει τη μουσική», μονολόγησε κι έβαλε να παίξει η «Μεταμόρφωση» του ΦίλιπΓκλας, διασκευή για βιολί σαν της Γκρέτε. Όλα έπρεπε να είναι τέλεια απόψε. Ήθελε να κερδίσει την ευγνωμοσύνη του και να βρει την ευκαιρία να τον προσκαλέσει στο δικό της διήγημα. «Κύριε Σάμσα μου, δεν έχετε κουραστεί να πεθαίνετε κάθε φορά που κάποιος αναγνώστης φτάνει στη σελίδα εκατόν τριάντα δύο;» θα του έλεγε.
   Τρία φλιτζάνια ανθότυρο, δύο αβγά, λίγο βασιλικό κι άλλα δύο είδη τυριών σ’ ένα μπολ τα πάτησε καλά μ’ ένα πιρούνι˙ άφησε στην άκρη το κασέρι. Βούτηξε το δάχτυλο στη σάλτσα κι ύστερα στο στόμα, έπεσε και λίγο στο ρούχο της μα δεν την ένοιαξε. «Μμ, θα του αρέσει!», σκέφτηκε. Τα λαζάνια έβραζαν στην κατσαρόλα, τα τράβηξε. Τοποθέτησε στο πυρέξ όλα τα υλικά σε στρώσεις, τελευταίο το κασέρι. Έβαλε το πυρέξ στο φούρνο. Έστρωσε το καλό της τραπεζομάντιλο κι ας κινδύνευε από το καφετί υγρό ενός κολεόπτερου, άξιζε τον κόπο. «Είστε ο ιδανικός ήρωας για το διήγημά μου! Τα έχω σκεφτεί όλα. Θα βάλω τίτλο: “Δείπνο για δύο με ένα κολεόπτερο”», θα του έλεγε. Άρχισε να ετοιμάζει το επιδόρπιο.
   Είχε βουτήξει τα χέρια της στην άχνη ζάχαρη όταν άκουσε ένα τσίριγμα στην εξώπορτα. «Ήρθε νωρίτερα», σκέφτηκε. Δεν είχε προλάβει να ετοιμαστεί η ίδια, να τινάξει την άχνη από τα μαλλιά της, να καθαρίσει τις κηλίδες αυγού από το αριστερό της χέρι, να φορέσει το φουστάνι της το καθαρό. Οι λουκουμάδες έστεκαν ροδοκοκκινισμένοι στην πιατέλα. Έριξε όπως-όπως τη ζάχαρη από πάνω, τίναξε τα δάχτυλα και άνοιξε την πόρτα. Ο Γκρέγκορι Σάμσα, αυτοπροσώπως, στεκόταν μπροστά της με γουρλωμένα μάτια. Το σώμα του στεγνό σαν ξερό φύλλο. Τα ποδαράκια του λεπτεπίλεπτα, ανάδευαν σαν ξετρελαμένα. Από το στόμα του έτρεχαν σάλια που έφταναν ως το πάτωμα. Έγερνε το κεφάλι μια δεξιά, μια αριστερά. Την κοιτούσε λαίμαργα. «Κύριε Σάμσα μου!...», πρόλαβε να πει.


Γεωργία Α. Βεληβασάκη, 11.03.2017

*Το διήγημα γράφτηκε ως λογοτεχνική άσκηση με θέμα "Γεύμα με τον Σάμσα με τον τρόπο του Κάφκα", στο πλαίσιο μαθήματος δημιουργικής γραφής με τον πεζογράφο Μισέλ Φάις (Μ.Π.Σ. Δημιουργικής Γραφής - Παν/μίου Δυτικής Μακεδονίας).

Δεν υπάρχουν σχόλια: