είναι τα βλέφαρά μου διάφανες αυλαίες
όταν τ΄ ανοίγω βλέπω εμπρός μου ό,τι κι αν τύχει
όταν τα κλείνω βλέπω εμπρός μου ό,τι ποθώ
(Α. Εμπειρίκος)
Το βλέπετε εκείνο το παράθυρο που φέγγει μέσα στο σκοτάδι και τη φθορά; 


Τα πουλιά πάνω απ΄ την πόλη
Το σμήνος των ανθρώπων
Η ανάγκη για ησυχία
Μάλλον θ΄ ανέβω στο βουνό φέτος, να βρω τους γονείς μου, να γιορτάσω μαζί τους το άγριο τρεχαλητό του χρόνου. Ξυπνάω τρομαγμένη τις νύχτες ότι έχουν, λέει, ήδη πεθάνει από καιρό κι εγώ μικρό παιδί ορφανό στο μεγάλο δωμάτιο, ξεχάστηκα από την έγνοια της γιρλάντας στο παράθυρο, στολίδι μιας ζωής που ακροβατεί, αφού δεν ξέρω ζω τώρα ή στο αύριο έχω εναποθέσει όλες μου τις ελπίδες;
Η ανάγκη για ησυχία
Το σμήνος
Δεν θα το πρόσεχα αν δεν ένιωθα τύψεις για τον τόσο μου θυμό. Το σμήνος λέω. Η θέα του μέσα από το αυτοκίνητο και η μουσική από το Τρίτο μου θύμισαν πως πρέπει να θυμηθώ. Δεν είναι διόλου απαραίτητος. Ούτε καν χρήσιμος. Ο θυμός λέω. Αλλά αυτή η ξαφνική ελευθερία με αναστατώνει. Ίσως γι΄ αυτό τώρα να θέλω τη μαμά μου. Τη βεβαιότητα της αγάπης της. Την απλότητα της καρδιάς της. Δεν είναι όλα τα παιδιά τόσο το τυχερά, το ξέρω.
Ησυχία
Θα πάω τελικά. Μ΄ ένα κουτί μελομακάρονα, ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί και την κιθάρα μου. Η μαμά θα έχει μαζέψει μάραθα και ρόκα κι ο μπαμπάς θα έχει ανάψει το τζάκι. Θα τους τραγουδήσω τα κάλαντα και θα πάρω το φιλί…



