Τετάρτη 15 Απριλίου 2009

επί της Αττικής Οδού...


Επέστρεφα. Η Αττική Οδός πλούσια σε ουρανό και μπετόν μου χάριζε έναν ορίζοντα σπάνιο για μάτια που ξυπνάνε μετά τις εφτά. Ώρα των χρωμάτων, ώρα των πουλιών, του φεγγαριού που ισορροπεί το σκοτάδι. Ώρα των σκέψεων, της ανάσας που ανακουφίζει τη θλίψη της πεπιεσμένης μας ζωής.

«Τις ει;» Ακροβατεί η απάντηση και τρώει τον εαυτό της πριν να συμβεί τίποτα κακό. Ανάμεσα στις παύσεις, στις τελείες και τα κόμματα υπάρχει πολύς κόσμος, πόσο μάλλον ανάμεσα σ΄ έναν καθρέφτη και το πρόσωπο. Αλλά να, συνηθίζεται να παίρνουμε για αλήθεια όλα τα ψέματα και να τα μετουσιώνουμε σε ζωή κι αυτά, «απολύτως πραγματικά», έτσι νομίζουμε.

Καθρεφτιζόμενη πορεύομαι επί της Αττικής Οδού, θαυμάζοντας το φως να ζωντανεύει. Κι απλώνεται η πόλη, κάτω από αυτό το ανατέλλων, σα θεριό. Λίγα χιλιόμετρα ακόμα κι εγώ θεριό. Αλλιώς τι βίο θα διάγω; Ή θα με πουν τρελό ή βλάκα. Και πώς να προστατέψω τον εαυτό μου από τέτοια βλέμματα. Το «φαίνεσθαι», κύριοι. Αυτό επιδοτείται τη σήμερον ημέραν. «Χαλβάς σιμιγδαλένιος με κουκουνάρι» ή «βακαλάος με φινόκιο» είναι η ζωή μας, «εις δόξαν Θεού» οπωσδήποτε.

Παράθυρο καθημερινό κι αδιέξοδο, λόγια, λόγια, λόγια και μικρά χαμόγελα να κρύψουμε την απογοήτευσή μας. Τουλάχιστον κάποτε είχαμε έναν λόγο καθαρό να παλεύουμε. Τον ονοματίζαμε Τούρκο, Γερμανό, Χούντα ή Χριστό και ριχνόμασταν στη μάχη. Όχι εγώ, ο πατέρας μου ή ο παππούς μου, δεν θυμάμαι. Απλοί άνθρωποι που πίστευαν πως άλλαζαν τον κόσμο. Και τον άλλαξαν. Ευτυχώς πεθάνανε χωρίς να δούνε...

Και τώρα εγώ, εδώ, παλεύω για ένα θεριό χωρίς όνομα. Και χωρίς όνομα πώς να το δω; Πώς να το αντικρούσω; Μοιάζει με το Θεό που με είχες διδάξει, πατέρα, είναι παντού και παντοδύναμο, σα μαριονέτα με χορεύει στο ταψί αν τύχει κι ό,τι θέλει δεν του δίνω, βλέπει τα πάντα και να του ξεφύγω είναι αδύνατον, έχει απαιτήσεις από μένα, πατέρα, υποταγή, κάποια θυσία ίσως, αν και η ζωή μου δεν έχει αξία παρά μόνο ως αριθμός - στο πλήθος των αριθμών προσθέτει ένα ακόμα - τι λίγο. Μικρό ανόητο ένα, τοσοδούλι μου εαυτέ, αντέχεις;

Κατηφορίζοντας, προχθές, την Πατησίων με το ποδήλατο και το θάνατο δίπλα-δίπλα να μ΄ ακουμπάει, στο αριστερό μου χέρι, στο πεζοδρόμιο αριθμός 70, είδα έναν τρελό. Είχε στήσει σπίτι χάρτινο δίπλα στο δρόμο και με μια ντουντούκα διαλαλούσε πως τάχα δεν χωράει στα ρούχα που του δίνουν, «τα δάχτυλά μου στρέβλωσαν στα ωραία σας παπούτσια, κύριοι, κοιτάχτε!» φώναζε, αλλά κανείς δεν σταματούσε ούτε να δει. Τον ρώτησα «τι περιμένεις» κι απάντησε «τα πάνω να κατέβουν, τα κάτω να ανέβουν», «μα δεν μπορεί» του είπα, «είμαι ένα δόρυ» γρύλισε «στην χοντρή τους κοιλιά», «νομίζω πως παραληρείς χωρίς φαΐ τόσο καιρό έχεις ξεχάσει πώς σε λένε», «όχι» μου λέει «τώρα ξέρω, τώρα έχω έναν σκοπό να ζω», «μα θα πεθάνεις, φίλε μου», «ε, να πεθάνω, τότε!» φώναξε και μου γύρισε την πλάτη.

Κατά μήκος της Αττικής Οδού βομβαρδίζομαι ακατασχέτως από διαφημίσεις του τύπου «δόξασε τον Κύριο, αγόρασε κι εσύ ένα εισιτήριο», ή «το Πάσχα γιόρτασε με μιαν ωραία μάσκα», ή «δώρισε ένα γκατζετάκι κι άσε στην άκρη το γκαζάκι» ή «μη ζητάς καθόλου χώρο, κέρδισες άλλο ένα δώρο», ή «κατανάλωσε, κοιμήσου, κάθε μέρα να είναι ίδια, είναι ωραίο να πετάς τη ζωή σου στα σκουπίδια». Σκέφτηκα πως ο τρελός μάλλον θα αδιαφορούσε για όλα αυτά κι έτσι δεν του πήρα τίποτα, ούτε πέρασα ξανά να τον δω, γιατί φοβήθηκα μήπως λιμοκτονήσω κι εγώ μαζί του και δεν ήμουν έτοιμη ακόμα.

Επέστρεφα. Η Αττική Οδός πλούσια σε ουρανό και μπετόν μου χάριζε έναν ορίζοντα σπάνιο για μάτια που δυσκολεύονται να ξυπνήσουν. Επέστρεφα σπίτι.

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2009

η ερώτηση



Ανέβηκα τον τοίχο μου απόψε και κοίταξα
δεν αναγνώρισα τίποτα
μα πάλι όλα μου φαίνονταν τόσο οικεία...


στην αρχή το φως
διασπώμενο σ΄ έναν κόμπο από ιδρώτα
έπειτα η εμπειρία
αλλοπρόσαλλο χορευτικό στις άκρες των νυχιών σου
- θα πέσω -
κι ύστερα πάνω στις πέτρες
η ερώτηση
ποιος αντικατοπτρισμός λάμπει στο σκοτάδι τόσο
και κρατάς τα μάτια σου ανοιχτά
μη τυχόν μείνει μετέωρο
το επόμενο βήμα;


Δευτέρα 16 Μαρτίου 2009

έχει έναν ήλιο έξω ωραίο



έχει έναν ήλιο έξω ωραίο
πέφτουν οι αχτίδες πλάγια στην καρέκλα
και αντανακλάται το ωραίο πάλι
μες στου δωμάτιου την ησυχία

ανάσα

ανοίγω ετούτη την οθόνη
που περιγράφει τα όσα είδα

ισχνά τα νέα ως φαίνεται.
κάνει ηχηρό το τίποτα ως κάτι
που αξίζει να ειπωθεί
μα πάλι φοβάμαι μη γίνω βαρετή
σε αυτό που το κοινότυπο βαριέται

ακούω τη μέσα μου φωνή ν΄ αναστενάζει
και δυναμώνω μια στιγμή την ένταση

γλιστερά σκουλήκια
και καφέ στα μπρίκια

σου γελάνεπέφτουν να σε φάνε

αναλλώνω

το μικρό μου χρόνο

σε σκουπίδια
και με ζώνουν φίδια


παύση

κλείσε την πόρτα, μάτια μου
όχι, καμία ρίμα δεν σε σώζει
ή θα σκοτώσεις το ληστή ή...

παύση


έχει έναν ήλιο έξω ωραίο
πέφτουν οι αχτίδες πλάγια στην καρέκλα
και αντανακλάται το ωραίο πάλι
μες στου δωμάτιου την ησυχία.

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2009

Νιώθω άνοιξη...



κρυστάλλινη η οροφή του κόσμου

θα πέσω

ο χρόνος είναι παιχνίδι για παιδιά

κι εγώ ένας θηρευτής του...

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2009

Ο τοίχος.



η ώρα δέκα το βράδυ κι έχω ήδη κλειδαμπαρωθεί.
δυο και τρεις φορές το κλειδί στην πόρτα.
απ΄ έξω έρχεται ο ήχος του σφυριού που χτυπά με μανία.
κι ο τοίχος δεν πέφτει.

φοβάμαι.
αν ο τοίχος δεν πέφτει προς τι όλος αυτός ο θόρυβος;
οι γείτονες γελάνε δυνατά.
θα ήθελα κι εγώ να γελάσω.

ο εφιάλτης της νύχτας μού δείχνει τον εφιάλτη της μέρας.
ποτέ δεν κοιμάμαι ή ποτέ δεν έχω ξυπνήσει.
δεν εξηγείται αλλιώς.
ο εφιάλτης, λέω.

χθες βράδυ πάλι μου άδειασε το σπίτι.
έλειπαν όλα.
τι αγωνία.
να ξέρεις ότι σου λείπει αβάσταχτα, αλλά να μη θυμάσαι τι.

το ψάχνω καμιά φορά, όρθια, στη μέση του δωματίου.
το ψάχνω επίμονα, σχεδόν με πανικό.
μέχρι που θυμάμαι ότι δεν υπάρχει κι αποφασίζω ότι είναι όνειρο.
ύστερα πηγαίνω μέχρι την κουζίνα και πίνω λίγο νερό.

τι θα γίνει αν μια μέρα δεν ξυπνήσω;
αν στ΄ αλήθεια έχω ξεχάσει κάτι σημαντικό;
κι αν το θυμηθώ.
θα τελειώσει ο εφιάλτης;

ή τότε θ΄ αρχίσει;

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2009

Είναι τα βλέφαρά μου διάφανες αυλαίες... (Εμπειρίκος)


είναι τα βλέφαρά μου διάφανες αυλαίες
όταν τ΄ ανοίγω βλέπω εμπρός μου ό,τι κι αν τύχει
όταν τα κλείνω βλέπω εμπρός μου ό,τι ποθώ

(Α. Εμπειρίκος)

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2009

τι να ονειρευτώ και να μη φεύγει; *



ονειρεύτηκα, λέει,
πως άναψα μια φωτιά
κι έκαψα όλες μου
τις απερισκεψίες.

κι ό,τι με συνδράμει
ενοχικά και εμμένει.

και τη σκυλίσια
ακολουθία των "χωρίς νόημα".

κι ό,τι κάθε μέρα με δένει
στην είσοδο. ή στην έξοδο.

ονειρεύτηκα, λέει,
πως τέτοια φωτιά
την ονειρεύονταν κι άλλοι.
δεμένοι κι αυτοί.

και πως μετά δεν έμεινε άλλο
από λιωμένο χρόνο...

Γ.Α.Β.


* ο τίτλος του post ανήκει στην ποιήτρια Βάσω Δανέζη Λαμπρινού

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2009

de luto...



05/08/1910 - 07/02/2009



Ας ήμουνα μικρό πουλί
φτεράκι να πετάξω
άχνα κι ανεμοψίθυρος
του δρόμου σου να φτάξω

να δω τι κήπο ορέγεσαι
και τι ανθούς θερίζεις
και τίνος συνερίζεσαι
και πίσω δε γυρίζεις...

Ήσουνα ματζουράνα μου
και ρίζα μου του κόσμου
μα ΄γινε στάχτη ο καιρός
κι εθάμπωσέ σε φως μου

Ήσουνα ταίρι της ζωής
τσ αγάπης η εικόνα
κάθε σου αυλάκι ευχόντανε
κανείς να μην επόνα

Στο πεζουλάκι κάθουσουν
και μαντιναδολογούσες
κι αν είναι αέρας η ζωή
γλυκιά τηνε θωρούσες

Και μολογούσες σιγανά:
«Του χάρου δε θα δώσω
΄θελα θωρώ τη νιότη μου
΄θελα την εσκλαβώσω»

Όνειρο σ΄ είδα μάθια μου
σε κήπους κι επερπάτεις
κι απέ μου χαμογέλασες
κι ανέμισες κι εχάθης

Να ΄μουνα λέει μικρό πουλί
ψηλά για να πετάξω
θα μήναγα τον ουρανό
του δρόμου σου ν΄ αλλάξω

Κι αν δεν καταδεχόσουνα
τα πίσω να πορίζεις
θα γένομουν του ονείρου σου
λουλούδι να μυρίζεις...

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2009

με τι ανάσα...

Το βλέπετε εκείνο το παράθυρο που φέγγει μέσα στο σκοτάδι και τη φθορά;
Είναι οι νύχτες της αϋπνίας
που η ψυχή φοβάται να κοιμηθεί.
Φοβάται, μη τυχόν και δεν έχει ποτέ ξυπνήσει...
Και τι να πεις σ΄ ένα παιδί που δεν το χωράει ο κόσμος που του δείχνουν;
Σε ποια καμπύλωση του χρόνου να τρέξει να κρυφτεί;
Με τι ανάσα;
Κι αν η συνάρτηση του ονείρου του ποτέ δεν κβαντωθεί;...

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2009

Δέντρο είμαι εγώ...



- Δέντρο είμαι εγώ
μ΄ ένα κλωνί
τ΄ αστέρι το θωρώ
μ΄ αυτό δεν με φιλεί
πώς θέλεις να μερώσω;
Ακούω τον Ξυλοκόπο να ΄ρχεται
να ΄ναι θαρρείς για μένα;
Δε θα προλάβω να το δω. Τ΄ αστέρι, λέω.
Κι απ΄ το κλωνί μου φαίνεται η μέρα μακριά...

- Έλα μαζί μου. Το βλέπεις τ΄ αντικρινό βουνό;
Εκεί θα πάμε. Μες στην αποψινή αχλή
ας κοιμηθούμε ήσυχα μέχρι να ξημερώσει.
Κι αφού, θα το κινήσουμε σπίθα με σπίθα
ως την κορφή του ν΄ αγναντέψουμε
το σχέδιο της ζωής μας.
Ένα κλαδάκι είσαι κι εσύ...

Γ.Α.Β.

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2009

Η ΠΡΑΞΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ


Ανάμεσα στα βιβλία της βιβλιοθήκης υπήρχε κι ένα, γραμμένο στην αραβική γλώσσα, που το είχε αγοράσει ένας στρατιώτης για λίγα νομίσματα στο Αλκανά του Τολέδου και που οι ανατολιστές δεν το γνωρίζουν, παρά μόνο στην ισπανική εκδοχή του. Το βιβλίο αυτό ήταν μαγικό και κατέγραφε προφητικά τα έργα και τις ημέρες ενός άνδρα απ΄ τα πενήντα χρόνια του ως το θάνατό του, που θα ερχόταν το 1614.
Κανείς δε θα το βρει αυτό το βιβλίο, χάθηκε για πάντα στην περίφημη πυρκαγιά που άναψαν ένας πάπας κι ένας μπαρμπέρης, προσωπικός φίλος του στρατιώτη, όπως διαβάζουμε στο έκτο κεφάλαιο.
Ο άντρας κράτησε το βιβλίο στα χέρια του και δεν το διάβασε ποτέ, αλλά εκπλήρωσε μέχρι κεραίας τη μοίρα που είχε ονειρευτεί ο Άραβας, και θα συνεχίσει να το κάνει για πάντα, γιατί η περιπέτειά του ανήκει πια στη μνήμη των λαών.
Άραγε αυτή η φαντασία είναι πιο εξωφρενική από το ισλαμικό κισμέτ που προϋποθέτει έναν Θεό, ή από την ελεύθερη βούληση που μας παρέχει την τρομερή δυνατότητα να επιλέξουμε την κόλαση;

ΧΟΡΧΕ ΛΟΥΙΣ ΜΠΟΡΧΕΣ

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2009

ειρήνη...



περάσαμε μπροστά από τους τάφους τους
οι νεκροί εκεί πέρα
νικητές ή ηττημένοι
καθόλου δεν νοιάστηκαν

στο σκοτάδι
δεν μπόρεσαν να δουν
οι νικητές
ποιοί ήταν

ΛΑΝΓΚΣΤΟΝ ΧΙΟΥΖ

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2009

ΚΑΠΟΙΟΣ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ...


Τι άραγε ονειρεύτηκε ο Χρόνος μέχρι σήμερα που είναι, όπως κάθε σήμερα, η κορφή. Ονειρεύτηκε το σπαθί, που ιδεώδης θέση του είναι ο στίχος. Ονειρεύτηκε και κατεργάστηκε το απόφθεγμα, που μπορεί να προσποιηθεί τη σοφία. (...) Ονειρεύτηκε τη λέξη, αυτό το άκαμπτο και αδέξιο σύμβολο. Ονειρεύτηκε την ευτυχία που ζήσαμε ή που τώρα ονειρευόμαστε ότι τη ζήσαμε. (...) Ονειρεύτηκε την ηθική διδασκαλία και τις μεταφορές του πιο παράξενου ανθρώπου, αυτού που πέθανε ένα βράδυ στο σταυρό. Ονειρεύτηκε τη γεύση του κώνειου στη γλώσσα του Σωκράτη. Ονειρεύτηκε αυτά τα δυο περίεργα αδέρφια: την ηχώ και τον καθρέφτη. (...) Ονειρεύτηκε το χώρο. Ονειρεύτηκε τη μουσική που δεν χρειάζεται χώρο. (...) Ονειρεύτηκε την τέχνη του λόγου, ακόμα πιο ανεξήγητη από την τέχνη της μουσικής, αφού περιλαμβάνει τη μουσική. Ονειρεύτηκε μια τέταρτη διάσταση και τη μοναδική της πανίδα. Ονειρεύτηκε το πλήθος της άμμου. Ονειρεύτηκε τους υπερπεπερασμένους αριθμούς που δεν είναι λογίσιμοι. (...) Ονειρεύτηκε τα δυο πρόσωπα του Ιανού που ποτέ δεν θα δει το ένα το άλλο. (...) Ονειρεύτηκε το γιασεμί που δεν μπορεί να μάθει ότι το ονειρεύονται. Ονειρεύτηκε τις γενεές των μυρμηγκιών και τις γενεές των βασιλέων. Ονειρεύτηκε το γιγάντιο ιστό που πλέκουν όλες οι αράχνες του κόσμου. (...) Ονειρεύτηκε την απαρίθμηση που οι επιστήμονες αποκαλούν χαοτική και που στην πραγματικότητα είναι κοσμική, αφού όλα τα πράγματα είναι ενωμένα με μυστικούς δεσμούς. (...) Ονειρεύτηκε τη γιαγιά μου... Ονειρεύτηκε ότι οι Τάρταροι πολεμούσαν τραγουδώντας. (...) Ονειρεύτηκε τα αρχέτυπα. Ονειρεύτηκε ότι σ΄ όλα τα καλοκαίρια ή σ΄ ένα προγενέστερο ουρανό υπάρχει μόνο ένα ρόδο. Ονειρεύτηκε τα πρόσωπα των νεκρών σου που, τώρα πια, δεν είναι παρά ξεθωριασμένες φωτογραφίες. (...) Ονειρεύτηκε τα βήματα του λαβυρίνθου. (...) Ονειρεύτηκε τη ζωή των κατόπτρων. Ονειρεύτηκε τα σύμβολα που θα χαράξει ο καθιστός γραφιάς. Ονειρεύτηκε τη φιλντισένια σφαίρα που περικλείει άλλες σφαίρες. Ονειρεύτηκε το καλειδοσκόπιο παρηγοριά στον άρρωστο και στο παιδί. Ονειρεύτηκε την έρημο. Ονειρεύτηκε το χάραμα που ενεδρεύει. (...) Ονειρεύτηκε χάρτες που ο Οδυσσέας δεν θα τους καταλάβαινε. Ονειρεύτηκε τον Αλέξανδρο τον Μακεδόνα. Ονειρεύτηκε τον τοίχο του παραδείσου που αναχαίτησε τον Αλέξανδρο. Ονειρεύτηκε τη θάλασσα και το δάκρυ. Ονειρεύτηκε το κρύσταλλο. Ονειρεύτηκε πως Κάποιος τον ονειρεύεται.


Υ.Γ. Μετά το σχόλιο του Οδοιπόρου παραθέτω το "Κάποιος θα ονειρευτεί" του Μπόρχες, σαν απάντηση ή σαν ελπίδα...

Τι θα ονειρευτεί το ανεξιχνίαστο μέλλον; (...) Θα ονειρευτεί όνειρα πιο συγκεκριμένα απ΄ τη σημερινή αγρύπνια. Θα ονειρευτεί ότι θα μπορούμε να κάνουμε θαύματα αλλά δεν θα τα κάνουμε, γιατί θα ΄ναι πιο πραγματικό να τα φανταζόμαστε. Θα ονειρευτεί κόσμους τόσο έντονους ώστε το τραγούδι ενός και μόνο απ΄τα πουλιά του θα μπορούσε να σε σκοτώσει. Θα ονειρευτεί πως η λήθη και η μνήμη μπορούν να είναι πράξεις εκούσιες και όχι επιθέσεις ή δωρεές της τύχης. Θα ονειρευτεί πως θα μπορούμε να βλέπουμε με όλο μας το σώμα, όπως το ήθελε ο Μίλτον στο σκοτάδι αυτών των εύθραυσων σφαιρών, των οφθαλμών. Θα ονειρευτεί έναν κόσμο δίχως μηχανές και δίχως αυτή τη θλιβερή μηχανή, το σώμα. Η ζωή δεν είναι όνειρο, γράρει ο Νοβάλις, αλλά μπορεί να γίνει.

ΧΟΡΧΕ ΛΟΥΙΣ ΜΠΟΡΧΕΣ

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2008

Συνειδητοποίηση


Αυτή η ιστορία είναι εμπνευσμένη από ένα ποίημα ενός μοναχού από το Θιβέτ, του Ριμποτσέ, που εγώ το ξαναέγραψα σύμφωνα με το δικό μου τρόπο αφήγησης, για να τονίσω κάποια παραπανίσια χαρακτηριστικά που έχουμε εμείς οι άνθρωποι. (Χόρχε Μπουκάι)


Σηκώνομαι το πρωί.
Βγαίνω από το σπίτι μου.
Υπάρχει μια τρύπα στο πεζοδρόμιο.
Δεν τη βλέπω
και πέφτω μέσα.

Την επόμενη μέρα
βγαίνω από το σπίτι μου,
ξεχνάω ότι υπάρχει μια τρύπα στο πεζοδρόμιο
και ξαναπέφτω μέσα.

Την τρίτη μέρα
βγαίνω απ΄ το σπίτι μου προσπαθώντας να θυμηθώ
ότι υπάρχει μια τρύπα στο πεζοδρόμιο.
Ωστόσο,
δεν το θυμάμαι
και πέφτω μέσα.

Την τέταρτη μέρα
βγαίνω απ΄ το σπίτι μου προσπαθώντας να θυμηθώ
την τρύπα στο πεζοδρόμιο.
Τη θυμάμαι και,
παρόλα αυτά,
δεν τη βλέπω και πέφτω μέσα.

Την πέμπτη μέρα
βγαίνω απ΄ το σπίτι μου.
Θυμάμαι ότι πρέπει να έχω στο νου μου
την τρύπα στο πεζοδρόμιο
και περπατάω κοιτάζοντας κάτω.
Την βλέπω και,
παρόλο που τη βλέπω,
πέφτω μέσα.

Την έκτη μέρα
βγαίνω απ΄ το σπίτι μου.
Θυμάμαι την τρύπα στο πεζοδρόμιο.
Πηγαίνω ψάχνοντάς την με τα μάτια μου.
Την βλέπω,
προσπαθώ να πηδήξω από πάνω,
αλλά πέφτω μέσα.

Την έβδομη μέρα
βγαίνω απ΄ το σπίτι μου.
Βλέπω την τρύπα.
Παίρνω φόρα,
πηδάω,
φτάνω με την άκρη των ποδιών μου
ως την άλλη μεριά,
αλλά όχι αρκετά μακριά και πέφτω μέσα.

Την όγδοη μέρα,
βγαίνω απ΄ το σπίτ ι μου,
βλέπω την τρύπα,
παίρνω φόρα,
πηδάω,
φτάνω στην άλλη άκρη!
Αισθάνομαι τόσο υπερήφανος που τα κατάφερα
που χοροπηδάω από τη χαρά μου...
Και, έτσι όπως χοροπηδάω,
ξαναπέφτω μέσα.

Την ένατη μερα,
βγαίνω απ΄ το σπίτι μου,
βλέπω την τρύπα,
παίρνω φόρα,
πηδάω
και συνεχίζω το δρόμο μου.

Τη δέκατη μέρα,
σήμερα μόλις,
συνειδητοποιώ
ότι είναι πιο βολικό
να περπατάω...
στο απέναντι πεζοδρόμιο.

ΧΟΡΧΕ ΜΠΟΥΚΑΪ

Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2008

αν είχα κάτι να έπρεπε να διαλέξω...



αν είχα κάτι να έπρεπε να διαλέξω - ιδανικά
θα διάλεγα εκείνες τις στιγμές
που από βιασύνη ή ανοησία αφήνω να φεύγουν
πρωτού τις ευχαριστηθώ

κι ύστερα αναπολώ τα συναισθήματα
που θα μπορούσα να έχω νιώσει ή μοιραστεί

αν είχα κάτι να έπρεπε να διαλέξω - ιδανικά
θα διάλεγα τις λέξεις που δεν έχω πει
αφού δεν τόλμησα ή αφού φοβήθηκα
να παρουσιαστώ χωρίς τη φορεσιά
πίσω της που κρύβομαι

κι έτσι νομίζω πως αρέσω

αν είχα κάτι να έπρεπε να διαλέξω - ιδανικά
θα διάλεγα την απ΄ ευθείας σύνδεση
με τον ενδότερο εαυτό μου

που τείνω να ξεχάσω εδώ και χρόνια

αν είχα κάτι να έπρεπε να διαλέξω - ιδανικά
θα διάλεγα.

μα αφού δεν έχω υποχρέωση καμιά
το πρόσωπό μου θα φορώ.

όσο αντέχω



Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2008

το σμήνος...


Τα πουλιά πάνω απ΄ την πόλη

Το σμήνος των ανθρώπων

Η ανάγκη για ησυχία

Μάλλον θ΄ ανέβω στο βουνό φέτος, να βρω τους γονείς μου, να γιορτάσω μαζί τους το άγριο τρεχαλητό του χρόνου. Ξυπνάω τρομαγμένη τις νύχτες ότι έχουν, λέει, ήδη πεθάνει από καιρό κι εγώ μικρό παιδί ορφανό στο μεγάλο δωμάτιο, ξεχάστηκα από την έγνοια της γιρλάντας στο παράθυρο, στολίδι μιας ζωής που ακροβατεί, αφού δεν ξέρω ζω τώρα ή στο αύριο έχω εναποθέσει όλες μου τις ελπίδες;

Η ανάγκη για ησυχία

Το σμήνος

Δεν θα το πρόσεχα αν δεν ένιωθα τύψεις για τον τόσο μου θυμό. Το σμήνος λέω. Η θέα του μέσα από το αυτοκίνητο και η μουσική από το Τρίτο μου θύμισαν πως πρέπει να θυμηθώ. Δεν είναι διόλου απαραίτητος. Ούτε καν χρήσιμος. Ο θυμός λέω. Αλλά αυτή η ξαφνική ελευθερία με αναστατώνει. Ίσως γι΄ αυτό τώρα να θέλω τη μαμά μου. Τη βεβαιότητα της αγάπης της. Την απλότητα της καρδιάς της. Δεν είναι όλα τα παιδιά τόσο το τυχερά, το ξέρω.

Ησυχία

Θα πάω τελικά. Μ΄ ένα κουτί μελομακάρονα, ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί και την κιθάρα μου. Η μαμά θα έχει μαζέψει μάραθα και ρόκα κι ο μπαμπάς θα έχει ανάψει το τζάκι. Θα τους τραγουδήσω τα κάλαντα και θα πάρω το φιλί…

Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2008

Μαύρο.


Μαύρο. Σαν τις "διαμαρτυρίες" των κουκουλοφόρων που τόσο χυδαία εκμεταλλεύτηκαν ένα πραγματικά λυπηρό γεγονός για να εκφράσουν τόση βία, χωρίς διάκριση. Ναι, να διαμαρτυρηθούμε για την αστυνόμευση και το βάναυσο τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει ο κάθε ένστολος υπάλληλος εμάς, τους πολίτες, σαν κοινούς εγκληματίες. Η μέθη της υποτιθέμενης εξουσίας καταλήγει σε επικίνδυνη ψυχοπάθεια. Ναι, να φωνάξουμε. Ναι, να ακινητοποιήσουμε τον κρατικό μηχανισμό κάνοντας απεργίες. Ναι, να βρούμε τρόπους να ευαισθητοποιήσουμε τον μέσο κοιμώμενο πολίτη που έχει ξεχάσει να αντιδρά σ΄ αυτήν την επίφαση ζωής μέσα στην οποία είμαστε όλοι εγκλωβισμένοι. Ναι, να κάψουμε και το Χριστουγεννιάτικο δέντρο (ταιριάζει, άλλωστε, με τα τόσο εξοργιστικά εκκλησιαστικά σκάνδαλα των τελευταίων μηνών) αυτό το δάνειο "αγάπης" που εξυπηρετεί κάθε φορά τόσο ωραία την εορταστική καταναλωτική μας μανία. Να καταδείξουμε την ψευδαίσθητη ασφάλεια και ευημερία μέσα στην οποία ζούμε. Αλλά το πλιάτσικο και οι λεηλασίες δεν αποτελούν διαμαρτυρία. Ούτε η με τόση φόρα βία απέναντι στον συνάνθρωπό μας. Ο αδερφός μας είναι... Ντροπή. Ντροπή, θυμός και θλίψη. Σκεφτόμουν να κατέβαινα στο Σύνταγμα το βράδυ, αλλά αρνούμαι να γίνω η δικαιολογία του κάθε ανερμάτιστου να εκφράσει την ψυχοπάθειά του.

Καλό ταξίδι, Αλέξη...

Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2008

"Άφθονη μέρα"



6.30 π.μ.

Κάπου πιο εδώ στοχάζομαι θάναι τα κόκκινα νησιά.
Ελαμπε τ΄ ακρογιάλι μυτερό. Κανείς δε συμβιβάζονταν
με τις οξύτητες με τα γυμνά με τ΄ απερίσκεπτα χαμόγελα.
Τα πρόσωπα χανόνταν απ΄ τα μάτια μου -
δεν ήμουν σίγουρος - σ΄ ένα σκοτάδι με κοιλότητες.
Ο ήλιος ήρθε μακρύς μακρύς κατάπινε όλο το τοπίο.
Υστερα πνίγηκε χορτάτος στη φωτιά
με μια σπουδαία κίνηση. Τότε μεμιάς κολύμπησα
κι εβρέθηκα γυμνός πάνω στους ώμους της αυγής.

8.30 π.μ.

Ηρεμη λησμονιά. Σίγουρο λίκνισμα στην ύλη
πρώτη φορά ιδωμένη σήμερα σε τόσο φως. Ο δρόμος
αίθριος άνοιγε τη διχάλα του περνούσαν ίσκιοι.
Μετά από τόση ταραχή κόσμος περιστρεφόμενος
γύρω από το νερό. Αρμολογημένη η σάρκα μου
με τα κατάλοιπα της νύχτας και με τ΄ αρχικά
στοιχεία της σύνθεσής μου ισοδυναμεί με 8.30΄.
Αρχίζοντας πάντα τελειώνουμε την ώρα τούτη -
συγκέντρωση και διασπορά ένα νόμισμα με δύο πλευρές.

2.30 μ.μ.

Α, προπαντός δροσιά! Και στόχαση μέχρι θανάτου.
Ο θάνατος και το νερό γεννήθηκαν την ίδια μέρα.
Κι εγώ είμαι εδώ για να μιλώ να γίνομαι ορατός.
Τα σώματα που με βασάνισαν λάμπουν εξόριστα έξω.
Μα το δικό μου τόκλεισα στων γεγονότων τη σειρά
και το λησμόνησα. Το βρέχουν όμως τα όνειρα. Και πρέπει
με κάθε τρόπο να κωπηλατήσω. Να υπολογιστεί
το ανέβασμα και το κατέβασμα από τ' άλλο μέρος
του σκοταδιού - σωσίβια και στόχαση περί θανάτου.
Α, προπαντός δροσιά και στόχαση περί θανάτου.
Κι ύστερα ας κρατηθούν ψηλά τα λόγια που επιπλεύσανε.

8.30 μ.μ.

Ζήσε ξανά την όρασή σου την ακοή σου την αφή σου και τη γεύση
σου.
Ξανά από την αρχή από την πρώτη νύχτα που γεννήθηκαν.
Γιατί το ξέρεις μέρα δεν υπάρχει είναι το δόλωμα
για να γλιστρήσεις πάλι προς τη νύχτα να αιχμαλωτιστείς
απ' την παγίδα τούτη που σε σφίγγει κι είναι η μοίρα σου.
Καμιά ξεκούραση και περισυλλογή καμιά δε σου προσφέρεται
όπως μετατοπίζοντας το παρελθόν και το παρόν μέσα στο μέλλον σου
οι αισθήσεις σου έρχονται ξανά γυμνές και τερατώδεις έννοιες
αχόρταγες η αφή σου η γεύση σου η όραση κι η ακοή σου.

12.30 π.μ.

Η λάμπα με φωτίζει απ΄ τόνα μέρος και τα πρόσωπα
στο βάθος θορυβούν φοβούνται τα όνειρα δε συμμετέχουν.
Τεμαχισμένος γύρεψα να μπούνε στη σειρά να γαληνέψουν.
Θα ξανασυνδεθώ μαζί σας είπα όταν θα με πλημμυρίσει η αυγή.
Τώρα ανεβαίνουν μέσα μου και κατεβαίνουν τούτοι οι αμίλητοι
φρουροί που με φωνάζουν άγγελο και δαίμονα.
Ετσι διαχωρισμένος δεν μπορώ. Τα λάθη με πεθαίνουν.
Ακίνητος κοιτάζω το αίμα μου ν΄ ανάβει σιγανές πυρές
και ξάφνου να φωτίζονται φρικιαστικά ενδεχόμενα. Και δεν αντέχω.
Η ανάσα μου πνιγμένη από αριθμούς προσθήκες και σβησίματα
πρέπει να ξαναβρεί τους πνεύμονές μου ορθούς όταν ξυπνήσει.

(Τάκης Σινόπουλος,"ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ Β΄" - 1957)

Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2008

"Όλα είναι ωραία"

Τραγούδι
Μουσική/Στίχοι: Gaia (Κ.Αθυρίδης/Γ.Βεληβασάκη)
Ποίηση: Μαρία Πολυδούρη


άξιον εστί τι;
«ασυγκρίτως»

μήπωςσ΄ άλλη γη και με φέρειάξιο το παρόν
μ΄ ένα στίγμα
ρήγμαστ΄ ουρανού μου τα μέρηάξιο μικρό ροτο νερότο φτερό
που μακριά θα με πάει

πώς να σου το πω;

σ΄ αγαπώ - μη φοβηθείς ν΄ αρνηθείς
κι είν΄ αυτό που όλα τ΄ άλλα χωράει - ό,τι δε σε χωράει


όλα είναι ωραία, όλα είναι αγάπη
κι αγάπης πόθος τα ξεφυλλά
τόσο είναι ωραία καθώς πεθαίνουν
τόσο μοιραία και σιωπηλά (απόσπασμα από τη συλλογή ποιημάτων«ηχώ στο χάος» της Μαρίας Πολυδούρη)


άξιον εστί τι

τι μου λείπει

κήποι
με λουλούδια ανθισμένα

άξιο το παρόν
και τα «Σα
εκ των Σων»
όλα οικεία και ξένα
άξια κι ακριβή
η στιγμή
η πικρή
που για μένα διψάει

Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2008

η ποδηλάτισσα...


με ζάλιζε όλη νύχτα
στο άδειο κρεβάτι
η αντήχηση του σώματός σου
σα να ήσουν πλοίο που έφευγε
και λαχταρούσες να ΄μαι εγώ πανί
κι εγώ η θάλασσά σου
κι ύστερα μ΄ απόθεσες στην άκρη
κι έφυγες
χωρίς να πεις ούτε μια λέξη

σ΄ ένα δάκρυ θα κρύψω τον ωκεανό μου
εγκυμονούσα πάντα
και ποτέ μάνα, εγώ
αφού δεν καταδέχτηκα το λίγο σου από έπαρση
από έπαρση θα πεθάνω μια μερα
θα πεθάνω μια μέρα ή έχω πεθάνει ήδη
αν η ζωή είναι αυτό που ζουν οι άλλοι

κι αντί για πλοίο θα πάρω το ποδήλατό μου
μπορεί να μην πάω μακριά
μα θα πάω όπου μπορώ

μονάχη εγώ και το ποδήλατό μου

τουλάχιστον ελεύθερη
να πεθάνω από έπαρση
χωρίς να χρειαστεί
να λογοδοτήσω
σε κανέναν...

(Γ. Βεληβασάκη - "Σύγχρονοι Έλληνες Δημιουργοί ΄08", εκδ. ΩΡΙΩΝΑΣ)