
Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2009
betweenness...

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2009
παιδί που παίζει...
ένα σπιτάκι. εκεί στη ρίζα του βουνού και πίσω η θάλασσα γαλάζια. απλό το ποθητό. ένα χελιδόνι μόλις πέρασε. ο αέρας ακίνητος. ξενοιασιά. τα πουλιά πολλά. τα ακούω. να κι άλλο χελιδόνι. το κορίτσι δίπλα γυμνό κοιτάει πού θ΄ ακουμπήσει τη γύμνια του. τρώει μια φέτα καρπούζι. ο Νίκος δεν το βλέπει. ποτίζει με το λάστιχο. το κορίτσι φεύγει. γύρω δάφνες γεράνια βασιλικοί τα πουλιά πολλά. το είπα. και κάπου τα τζιτζίκια. πολλά κι αυτά. βλέπω καπνό ν΄ ανεβαίνει χορεύοντας στον ουρανό. από ξύλα ή αγριόχορτα, δεν έχει σημασία. καπνός θα γίνω μια φορά. θάμπος της μέρας. νύχτα ωραία. μοσχομυριστή. ή και ξημέρωμα. ξημέρωμα ναι. με μια σιωπή σχεδόν κανονική. Νίκο μη σπαταλάς το νερό θάλασσα θα πίνουμε μια μέρα. δυο σπουργίτια χοροπηδάνε κάτω απ΄ το δέντρο. να κι άλλο χελιδόνι. μύρισε το χώμα, χώμα. και λήθη. αλήθεια. και λήθη. θολώνει ο ορίζοντας. γίνεται ένα ο ουρανός με τη θάλασσα. το φως αλλάζει γρήγορα κι ίσα που προλαβαίνω να περιγράψω ό,τι να δω. αυτή τη μικρή στιγμή. εδώ. τώρα. μια πόρτα ανοίγει. ένα παιδί φωνάζει και μου χαλάει τ΄ όνειρο. παιδί που παίζει…
πάω
περνάω
διαμέσου ενός χρόνου ψευδαίσθητου η μέρα φεύγει
κι είναι αυτή η μικρή στιγμή που προσπαθώ μόνο ίσως λίγο να κρατήσω
μα πάντα φεύγει
και μένω μετέωρος να ισορροπώ το "ίσως" αυτό που με βαραίνει
αναπνέω
ακούω
απομακρύνομαι
στο δέρμα μπήγω ένα καρφί για να θυμάμαι
κι ακουμπάω ξανά ήσυχα στην καρέκλα
η μέρα έφυγε...
Παρασκευή 10 Ιουλίου 2009
Δεν μας βλέπω να παίζουμε το πρωινό μας τάβλι...

"(...) Το βιβλίο αυτό είναι μια μηχανή του χρόνου και ο αναγνώστης του ένας ταξιδιώτης στο παρελθόν: αναχωρεί από την ελληνική Αρχαιότητα, διασχίζει τη Ρωμαιοκρατία, το Μεσαίωνα, την Αναγέννηση και ταξιδεύει προς τον 20ο αιώνα απολαμβάνοντας το ταξίδι του σαν μια περιήγηση σε μια φαντασμαγορική πινακοθήκη, όπου οι πίνακες ζωντανεύουν, τα πορτραίτα αποκτούν κίνηση και φωνή, ενώ αναβιώνουν κάποια ξεχωριστά ή και άγνωστα επεισόδια της Ιστορίας, με πρωταγωνιστές που έζησαν τόσο στην ορατή όσο και στην αθέατη πλευρά της."
Αντιγράφω:
"(...) Απλώνουμε τα πόδια και στη διπλανή καρέκλα του καφενείου, παραγγέλνουμε το δεύτερο απογευματινό καφέ και αρχίζουμε να μιλάμε για πεθαμένους βασιλιάδες. Κι όταν οι ιστορίες μας κουράσουν (...) εμείς θ΄ ακουμπάμε το βλέμμα στη θάλασσα και θα φανταζόμαστε γαλέρες με καραβοτσακισμένους ιππότες και σταυροφόρους να περνάνε στον ορίζοντα. (...) Μην πείτε ποτέ σ΄ ένα Εγγλέζο ότι ο Ιβανόης είναι πρόσωπο φανταστικό κι ότι ο Ρομπέν των Δασών ήταν ένας μικροκλέφτης που έζησε διακόσια τριακόσια χρόνια πριν από τον Ριχάρδο. Μην πείτε ποτέ σ΄έναν Γάλλο ότι η Ζαν ντ΄ Αρκ δεν υπάρξε πραγματικά. Και μην πείτε σ΄ έναν Έλληνα ότι δεν υπήρξε Κρυφό Σχολειό την εποχή της Τουρκοκρατίας. Στους λαούς αρέσει να φτιάχνουν ιστορίες και μύθους για το παρελθόν τους. Κι αν αυτές οι ιστορίες και οι μύθοι δεν ταιριάζουν με την ιστορική πραγματικότητα, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα. (...)"
Ευχαριστώ τον συγγραφέα, Τάκη Αντωνόπουλο, για την εξαιρετική αυτή εμπειρία ανάγνωσης, καθώς και τον Γιώργο που μου το δώρισε. Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.
Πήγε σχεδόν μεσημέρι. Οι ήχοι έχουν δυναμώσει. Η ζέστη επίσης. Ο φίλος στο διπλανό δωμάτιο έχει ξυπνήσει από ώρα. Διαβάζει τώρα το εν λόγω βιβλίο, από περιέργεια ίσως, αλλά πού και πού σηκώνει το κεφάλι για να σχολιάσει. Θυμάται τον Θουκυδίδη που είχε κάποτε διαβάσει, άλλωστε αποτέλεσε κι εδώ πηγή, ξεφυλλίζει τις ιστορίες με τυχαία σειρά και φαίνεται προσηλωμένος. Χμ, δεν μας βλέπω να παίζουμε το πρωινό μας τάβλι...
Τετάρτη 1 Ιουλίου 2009
Παρασκευή 5 Ιουνίου 2009
μια στοίβα πιάτα...
Πέμπτη 21 Μαΐου 2009
κατά τρόπο θετικό...
Δευτέρα 27 Απριλίου 2009
Τετάρτη 15 Απριλίου 2009
επί της Αττικής Οδού...

«Τις ει;» Ακροβατεί η απάντηση και τρώει τον εαυτό της πριν να συμβεί τίποτα κακό. Ανάμεσα στις παύσεις, στις τελείες και τα κόμματα υπάρχει πολύς κόσμος, πόσο μάλλον ανάμεσα σ΄ έναν καθρέφτη και το πρόσωπο. Αλλά να, συνηθίζεται να παίρνουμε για αλήθεια όλα τα ψέματα και να τα μετουσιώνουμε σε ζωή κι αυτά, «απολύτως πραγματικά», έτσι νομίζουμε.
Καθρεφτιζόμενη πορεύομαι επί της Αττικής Οδού, θαυμάζοντας το φως να ζωντανεύει. Κι απλώνεται η πόλη, κάτω από αυτό το ανατέλλων, σα θεριό. Λίγα χιλιόμετρα ακόμα κι εγώ θεριό. Αλλιώς τι βίο θα διάγω; Ή θα με πουν τρελό ή βλάκα. Και πώς να προστατέψω τον εαυτό μου από τέτοια βλέμματα. Το «φαίνεσθαι», κύριοι. Αυτό επιδοτείται τη σήμερον ημέραν. «Χαλβάς σιμιγδαλένιος με κουκουνάρι» ή «βακαλάος με φινόκιο» είναι η ζωή μας, «εις δόξαν Θεού» οπωσδήποτε.
Παράθυρο καθημερινό κι αδιέξοδο, λόγια, λόγια, λόγια και μικρά χαμόγελα να κρύψουμε την απογοήτευσή μας. Τουλάχιστον κάποτε είχαμε έναν λόγο καθαρό να παλεύουμε. Τον ονοματίζαμε Τούρκο, Γερμανό, Χούντα ή Χριστό και ριχνόμασταν στη μάχη. Όχι εγώ, ο πατέρας μου ή ο παππούς μου, δεν θυμάμαι. Απλοί άνθρωποι που πίστευαν πως άλλαζαν τον κόσμο. Και τον άλλαξαν. Ευτυχώς πεθάνανε χωρίς να δούνε...
Και τώρα εγώ, εδώ, παλεύω για ένα θεριό χωρίς όνομα. Και χωρίς όνομα πώς να το δω; Πώς να το αντικρούσω; Μοιάζει με το Θεό που με είχες διδάξει, πατέρα, είναι παντού και παντοδύναμο, σα μαριονέτα με χορεύει στο ταψί αν τύχει κι ό,τι θέλει δεν του δίνω, βλέπει τα πάντα και να του ξεφύγω είναι αδύνατον, έχει απαιτήσεις από μένα, πατέρα, υποταγή, κάποια θυσία ίσως, αν και η ζωή μου δεν έχει αξία παρά μόνο ως αριθμός - στο πλήθος των αριθμών προσθέτει ένα ακόμα - τι λίγο. Μικρό ανόητο ένα, τοσοδούλι μου εαυτέ, αντέχεις;
Κατηφορίζοντας, προχθές, την Πατησίων με το ποδήλατο και το θάνατο δίπλα-δίπλα να μ΄ ακουμπάει, στο αριστερό μου χέρι, στο πεζοδρόμιο αριθμός 70, είδα έναν τρελό. Είχε στήσει σπίτι χάρτινο δίπλα στο δρόμο και με μια ντουντούκα διαλαλούσε πως τάχα δεν χωράει στα ρούχα που του δίνουν, «τα δάχτυλά μου στρέβλωσαν στα ωραία σας παπούτσια, κύριοι, κοιτάχτε!» φώναζε, αλλά κανείς δεν σταματούσε ούτε να δει. Τον ρώτησα «τι περιμένεις» κι απάντησε «τα πάνω να κατέβουν, τα κάτω να ανέβουν», «μα δεν μπορεί» του είπα, «είμαι ένα δόρυ» γρύλισε «στην χοντρή τους κοιλιά», «νομίζω πως παραληρείς χωρίς φαΐ τόσο καιρό έχεις ξεχάσει πώς σε λένε», «όχι» μου λέει «τώρα ξέρω, τώρα έχω έναν σκοπό να ζω», «μα θα πεθάνεις, φίλε μου», «ε, να πεθάνω, τότε!» φώναξε και μου γύρισε την πλάτη.
Κατά μήκος της Αττικής Οδού βομβαρδίζομαι ακατασχέτως από διαφημίσεις του τύπου «δόξασε τον Κύριο, αγόρασε κι εσύ ένα εισιτήριο», ή «το Πάσχα γιόρτασε με μιαν ωραία μάσκα», ή «δώρισε ένα γκατζετάκι κι άσε στην άκρη το γκαζάκι» ή «μη ζητάς καθόλου χώρο, κέρδισες άλλο ένα δώρο», ή «κατανάλωσε, κοιμήσου, κάθε μέρα να είναι ίδια, είναι ωραίο να πετάς τη ζωή σου στα σκουπίδια». Σκέφτηκα πως ο τρελός μάλλον θα αδιαφορούσε για όλα αυτά κι έτσι δεν του πήρα τίποτα, ούτε πέρασα ξανά να τον δω, γιατί φοβήθηκα μήπως λιμοκτονήσω κι εγώ μαζί του και δεν ήμουν έτοιμη ακόμα.
Επέστρεφα. Η Αττική Οδός πλούσια σε ουρανό και μπετόν μου χάριζε έναν ορίζοντα σπάνιο για μάτια που δυσκολεύονται να ξυπνήσουν. Επέστρεφα σπίτι.
Πέμπτη 26 Μαρτίου 2009
η ερώτηση

Ανέβηκα τον τοίχο μου απόψε και κοίταξα
δεν αναγνώρισα τίποτα
μα πάλι όλα μου φαίνονταν τόσο οικεία...
στην αρχή το φως
διασπώμενο σ΄ έναν κόμπο από ιδρώτα
έπειτα η εμπειρία
αλλοπρόσαλλο χορευτικό στις άκρες των νυχιών σου
- θα πέσω -
κι ύστερα πάνω στις πέτρες
η ερώτηση
ποιος αντικατοπτρισμός λάμπει στο σκοτάδι τόσο
και κρατάς τα μάτια σου ανοιχτά
μη τυχόν μείνει μετέωρο
το επόμενο βήμα;
Δευτέρα 16 Μαρτίου 2009
έχει έναν ήλιο έξω ωραίο

πέφτουν οι αχτίδες πλάγια στην καρέκλα
και αντανακλάται το ωραίο πάλι
μες στου δωμάτιου την ησυχία
ανάσα
ανοίγω ετούτη την οθόνη
που περιγράφει τα όσα είδα
ισχνά τα νέα ως φαίνεται.
κάνει ηχηρό το τίποτα ως κάτι
που αξίζει να ειπωθεί
μα πάλι φοβάμαι μη γίνω βαρετή
σε αυτό που το κοινότυπο βαριέται
ακούω τη μέσα μου φωνή ν΄ αναστενάζει
και δυναμώνω μια στιγμή την ένταση
γλιστερά σκουλήκια
και καφέ στα μπρίκια
σου γελάνεπέφτουν να σε φάνε
αναλλώνω
το μικρό μου χρόνο
σε σκουπίδια
και με ζώνουν φίδια
έχει έναν ήλιο έξω ωραίο
πέφτουν οι αχτίδες πλάγια στην καρέκλα
και αντανακλάται το ωραίο πάλι
μες στου δωμάτιου την ησυχία.
Τετάρτη 11 Μαρτίου 2009
Τετάρτη 4 Μαρτίου 2009
Ο τοίχος.
η ώρα δέκα το βράδυ κι έχω ήδη κλειδαμπαρωθεί.
δυο και τρεις φορές το κλειδί στην πόρτα.
απ΄ έξω έρχεται ο ήχος του σφυριού που χτυπά με μανία.
κι ο τοίχος δεν πέφτει.
φοβάμαι.
αν ο τοίχος δεν πέφτει προς τι όλος αυτός ο θόρυβος;
οι γείτονες γελάνε δυνατά.
θα ήθελα κι εγώ να γελάσω.
ο εφιάλτης της νύχτας μού δείχνει τον εφιάλτη της μέρας.
ποτέ δεν κοιμάμαι ή ποτέ δεν έχω ξυπνήσει.
δεν εξηγείται αλλιώς.
ο εφιάλτης, λέω.
χθες βράδυ πάλι μου άδειασε το σπίτι.
έλειπαν όλα.
τι αγωνία.
να ξέρεις ότι σου λείπει αβάσταχτα, αλλά να μη θυμάσαι τι.
το ψάχνω καμιά φορά, όρθια, στη μέση του δωματίου.
το ψάχνω επίμονα, σχεδόν με πανικό.
μέχρι που θυμάμαι ότι δεν υπάρχει κι αποφασίζω ότι είναι όνειρο.
ύστερα πηγαίνω μέχρι την κουζίνα και πίνω λίγο νερό.
τι θα γίνει αν μια μέρα δεν ξυπνήσω;
αν στ΄ αλήθεια έχω ξεχάσει κάτι σημαντικό;
κι αν το θυμηθώ.
θα τελειώσει ο εφιάλτης;
ή τότε θ΄ αρχίσει;
Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2009
Είναι τα βλέφαρά μου διάφανες αυλαίες... (Εμπειρίκος)
είναι τα βλέφαρά μου διάφανες αυλαίες
όταν τ΄ ανοίγω βλέπω εμπρός μου ό,τι κι αν τύχει
όταν τα κλείνω βλέπω εμπρός μου ό,τι ποθώ
(Α. Εμπειρίκος)
Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2009
τι να ονειρευτώ και να μη φεύγει; *
ονειρεύτηκα, λέει,
πως άναψα μια φωτιά
κι έκαψα όλες μου
τις απερισκεψίες.
κι ό,τι με συνδράμει
ενοχικά και εμμένει.
και τη σκυλίσια
ακολουθία των "χωρίς νόημα".
κι ό,τι κάθε μέρα με δένει
στην είσοδο. ή στην έξοδο.
ονειρεύτηκα, λέει,
πως τέτοια φωτιά
την ονειρεύονταν κι άλλοι.
δεμένοι κι αυτοί.
και πως μετά δεν έμεινε άλλο
από λιωμένο χρόνο...
Γ.Α.Β.
* ο τίτλος του post ανήκει στην ποιήτρια Βάσω Δανέζη Λαμπρινού
Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2009
de luto...
05/08/1910 - 07/02/2009
Ας ήμουνα μικρό πουλί
φτεράκι να πετάξω
άχνα κι ανεμοψίθυρος
του δρόμου σου να φτάξω
να δω τι κήπο ορέγεσαι
και τι ανθούς θερίζεις
και τίνος συνερίζεσαι
και πίσω δε γυρίζεις...
Ήσουνα ματζουράνα μου
και ρίζα μου του κόσμου
μα ΄γινε στάχτη ο καιρός
κι εθάμπωσέ σε φως μου
Ήσουνα ταίρι της ζωής
τσ αγάπης η εικόνα
κάθε σου αυλάκι ευχόντανε
κανείς να μην επόνα
Στο πεζουλάκι κάθουσουν
και μαντιναδολογούσες
κι αν είναι αέρας η ζωή
γλυκιά τηνε θωρούσες
Και μολογούσες σιγανά:
«Του χάρου δε θα δώσω
΄θελα θωρώ τη νιότη μου
΄θελα την εσκλαβώσω»
Όνειρο σ΄ είδα μάθια μου
σε κήπους κι επερπάτεις
κι απέ μου χαμογέλασες
κι ανέμισες κι εχάθης
Να ΄μουνα λέει μικρό πουλί
ψηλά για να πετάξω
θα μήναγα τον ουρανό
του δρόμου σου ν΄ αλλάξω
Κι αν δεν καταδεχόσουνα
τα πίσω να πορίζεις
θα γένομουν του ονείρου σου
λουλούδι να μυρίζεις...
Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2009
με τι ανάσα...
Το βλέπετε εκείνο το παράθυρο που φέγγει μέσα στο σκοτάδι και τη φθορά; Είναι οι νύχτες της αϋπνίας
που η ψυχή φοβάται να κοιμηθεί.
Φοβάται, μη τυχόν και δεν έχει ποτέ ξυπνήσει...
Και τι να πεις σ΄ ένα παιδί που δεν το χωράει ο κόσμος που του δείχνουν;
Σε ποια καμπύλωση του χρόνου να τρέξει να κρυφτεί;
Με τι ανάσα;
Κι αν η συνάρτηση του ονείρου του ποτέ δεν κβαντωθεί;...
Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2009
Δέντρο είμαι εγώ...
μ΄ ένα κλωνί
τ΄ αστέρι το θωρώ
μ΄ αυτό δεν με φιλεί
πώς θέλεις να μερώσω;
Ακούω τον Ξυλοκόπο να ΄ρχεται
να ΄ναι θαρρείς για μένα;
Δε θα προλάβω να το δω. Τ΄ αστέρι, λέω.
Κι απ΄ το κλωνί μου φαίνεται η μέρα μακριά...
- Έλα μαζί μου. Το βλέπεις τ΄ αντικρινό βουνό;
Εκεί θα πάμε. Μες στην αποψινή αχλή
ας κοιμηθούμε ήσυχα μέχρι να ξημερώσει.
Κι αφού, θα το κινήσουμε σπίθα με σπίθα
ως την κορφή του ν΄ αγναντέψουμε
το σχέδιο της ζωής μας.
Ένα κλαδάκι είσαι κι εσύ...
Γ.Α.Β.
Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2009
Η ΠΡΑΞΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

Κανείς δε θα το βρει αυτό το βιβλίο, χάθηκε για πάντα στην περίφημη πυρκαγιά που άναψαν ένας πάπας κι ένας μπαρμπέρης, προσωπικός φίλος του στρατιώτη, όπως διαβάζουμε στο έκτο κεφάλαιο.
Ο άντρας κράτησε το βιβλίο στα χέρια του και δεν το διάβασε ποτέ, αλλά εκπλήρωσε μέχρι κεραίας τη μοίρα που είχε ονειρευτεί ο Άραβας, και θα συνεχίσει να το κάνει για πάντα, γιατί η περιπέτειά του ανήκει πια στη μνήμη των λαών.
Άραγε αυτή η φαντασία είναι πιο εξωφρενική από το ισλαμικό κισμέτ που προϋποθέτει έναν Θεό, ή από την ελεύθερη βούληση που μας παρέχει την τρομερή δυνατότητα να επιλέξουμε την κόλαση;
ΧΟΡΧΕ ΛΟΥΙΣ ΜΠΟΡΧΕΣ
Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2009
ειρήνη...
οι νεκροί εκεί πέρα
νικητές ή ηττημένοι
καθόλου δεν νοιάστηκαν
στο σκοτάδι
δεν μπόρεσαν να δουν
οι νικητές
ποιοί ήταν
ΛΑΝΓΚΣΤΟΝ ΧΙΟΥΖ
Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2009
ΚΑΠΟΙΟΣ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ...
Υ.Γ. Μετά το σχόλιο του Οδοιπόρου παραθέτω το "Κάποιος θα ονειρευτεί" του Μπόρχες, σαν απάντηση ή σαν ελπίδα...
ΧΟΡΧΕ ΛΟΥΙΣ ΜΠΟΡΧΕΣ



