Κυριακή 22 Ιουλίου 2012
Κυριακή 1 Ιουλίου 2012
είναι ο χρόνος (το χαμόγελο ενός λουλουδιού)...
μικρό παιδί που επίμονα την πόρτα σου χτυπάει
το πείραγμα του ανέμου στα παράθυρα
καινούριοι δρόμοι στο χάρτη του προσώπου σου
λάμψη της προσδοκίας απαστράπτουσα
ένα φευγιό πικρό που ήδη έχεις ξεχάσει
το τσίμπημα της σφήκας σαν ομορφιά μεσημεριού
μια γιορτή που ακόμα δεν άρχισε
ο πρωινός καφές παρέα με τα πουλιά
η γεύση σοκολάτας στις παρυφές της μέρας
μυρωδιά ανεξίτηλη από χώμα κι αστέρια
ένας γκρεμός που ακόμα δεν είδες
είναι ο χρόνος
η ηχώ της φωνής σου σ΄ ένα άδειο δωμάτιο
πηγάδι από λούπες για χειμωνιάτικο τοπίο
φιλί περγαμόντο της υπέρβασης
παραδοξότητα από άμμο και σύννεφο
οι κύκλοι της αγρύπνιας στο κατώφλι σου
τα άπειρα υπόγεια σ΄ ένα σωρό από νύχτα
ξημέρωμα που παρελαύνει περήφανο οικτίροντας τη χρόνια αβλεψία
οι στοίβες τ΄ άχρηστα στολίδια
η θύμηση και τ΄ όνειρο που πια δεν ξεχωρίζεις
ένα πεσμένο φύλλο στην αυλή σου
η επανάληψη εκείνου που φοβάσαι
είναι η χρόνος
βρόγχος δεμένος στο ταβάνι τ΄ ουρανού
ο τοίχος που ύψωνες και τώρα τον γκρεμίζεις
καθρέφτης στο δρόμο για το σπίτι
μια απειρία ασύμμετρη σ΄ έναν τετράγωνο κόσμο
το χαμόγελο ενός λουλουδιού
μπετόν αρμέ πάνω από το κεφάλι σου
(Επιμύθιο από παλιό παραμύθι:
-Λύκε, λύκε είσαι εδώ;
-Πάντα και παντοτινά!)
Γ.Α.Β.
Παρασκευή 22 Ιουνίου 2012
μικρός αντιπερισπασμός...
μεγάλωσε ο ουρανός
υψώθηκε μακριά πολύ
κι έμεινε πίσω ένας καημός
κι ένα μισόφτερο πουλί
ρίζωσε η πέτρα στον καιρό
έγινε απάτητο νησί
μα σε πηγάδι μυστικό
έχω φυλάξει μιαν ευχή
είναι λουλούδι μοναχό
μια στάλα ελπίδα όλο ζωή
σε τέτοιο βράδυ ζοφερό
την άνθισή μου να φορεί...
Γ.Α.Β. (Παρασκευή 22 Ιουνίου 2012)
Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2012
λΟγΙκΗ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ ΤΗΣ ΤρΕλΑς (Θέατρο του Δρόμου)
λΟγΙκΗ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ ΤΗΣ ΤρΕλΑς
Σημείο συνάντησης: Σταθμός από καιρό εγκαταλελειμμένος. Θέση: Κάθετα ή οριζόντια κάτω από βλέμματα-καρφιά. Προορισμός: Ιθάκη. Επιβάτες: Νέοι εκκολαπτόμενοι καλλιτέχνες, σπουδαστές παντός επιστητού, ψαγμένοι τύποι, ποιητές, απλές νοικοκυρές ή περαστικοί που κοντοστάθηκαν από περιέργεια.
Ίπταται πάνω από έναν κόσμο που προσπαθεί να καταλάβει. Η μεταστροφή* είναι πέραν κάθε φαντασίας. Φωνάζουν τρελή την ανυπόκριτη. Σα να λέμε, αυτήν που δεν λειτουργεί υπό την κρίση των άλλων. Ίπταται πάνω από έναν κόσμο που προσπαθεί να την ενσωματώσει.
Το βλέπετε εκείνο το παράθυρο που φέγγει μέσα στο σκοτάδι και τη φθορά;
Είναι οι νύχτες της αγρύπνιας
που η ψυχή φοβάται να κοιμηθεί.
Φοβάται, μη τυχόν και δεν έχει ποτέ ξυπνήσει.
Και τι να πεις σ΄ ένα παιδί που δεν το χωράει ο κόσμος που του δείχνουν;
Σε ποια καμπύλωση του χρόνου να τρέξει να κρυφτεί;
Με τι ανάσα;
Κι αν η συνάρτηση του ονείρου του ποτέ δεν κβαντωθεί;...
(…) Έτσι έβγαλα έξω μετά από καιρό την τρέλα μου μέσα. Την πήγα βόλτα στο παρκάκι της γειτονιάς, της έδειξα τις πάπιες, τα ξένοιαστα παιδιά, τα μπαλόνια δεμένα στην κλωστή, τον ουρανό να γελά. Την κέρασα καφέ και της αφηγήθηκα μια ιστορία για ένα κορίτσι που κάθε βράδυ ονειρευόταν ότι θυμόταν ξαφνικά πως κάτι είχε ξεχάσει.
Έτσι έγινε κι όταν το βράδυ ησύχασε τρύπωσε μέσα στ΄ όνειρο να μάθει την αλήθεια. Και είδε τη γυναίκα μ΄ έναν γκρεμό στο στήθος που ανέμιζε μπαλόνια δεμένα στην κλωστή. Και σιγοτραγουδούσε μα ήτανε σα να μάλωνε αυτή τον εαυτό της: Να με κατηγορείς ότι είναι κιόλας μεσημέρι κι ύστερα να κλαις σα μικρό παιδί. "Το γλυκό τέλειωσε, μαμά, σου λέω!" Τι με κοιτάς; Για μένα είναι ήδη απόγευμα και στα δελτία των ειδήσεων σε λίγο θ΄ αναγγείλουνε τον ερχομό της νύχτας. Μη μου τραβάς τη φούστα, ο κόσμος βλέπει! Τα είδα τα μπαλόνια που φοβήθηκες ν΄ αφήσεις. Πρέπει να σου το πω – εντέλει δεν γλιτώνω. Χορεύουμε ψυχή μου. Χορεύουμε και πάμε από ζωή σ΄ άλλη ζωή. Και το χαμόγελο κι ο φόβος είναι που θ΄ ανταμώσουμε χορεύοντας το θάνατο…
"Όλα είναι εδώ και σήμερα." Το σήμερα είναι επίρρημα, θα λέω, δεν υπάρχει...
Μια φορά κι έναν καιρό ένα μικρό ξωτικό γύρναγε ξυπόλητο στους δρόμους, ζωγράφιζε καράβια κι ονειρευόταν σύννεφα από γλυκό κεράσι και μαρμελάδα βερίκοκο. Μετά μεγάλωσε. Έγινε γυναίκα. Φόρεσε κόκκινα φτερά κι ευχαριστήθηκε τον αντικατοπτρισμό. Ταξίδεψε παντού ως πέρα στους τόπους χωρίς όνομα. Στα δάχτυλά της πρόσθεσε τον κόσμο όλο. Τριαντάφυλλα ομελέτα και τουλίπες με τόνο πόθησε η καρδιά της. Απέκτησε πρόσωπο υαλουρανικό και θαύμασε πολύ τη νέα της τρέλα. Πέρασαν χρόνια.
Τελευταίο πέρασμα, ανάμεσα απ΄ τα πόδια της. Τ΄ ανοίγει ολότελα η τρελή αιωρούμενη σαν ύφασμα ξεφτισμένο απ΄ τον καιρό. Άφησε το βιολετί νησί της κι ήρθε τρέχοντας με τον αέρα να προλάβει να ζήσει. Μάτια λαίμαργα, ομφάλιοι λώροι, στόματα ανοιχτά, καιόμενες γλώσσες, όλοι του κόσμου οι πεινασμένοι την ακολουθούν με ρυθμό. Και η μουσική – ένα βιολί ή ένα σαξόφωνο ή ξεχασμένο κάποιο ράδιο ανοιχτό κάπου κοντά ή κάπου μακριά, δεν έχει σημασία – άκου πώς μας συνδέει ανάλαφρα κάτω από το φως της ολοένα ανατέλλουσας τυχαιότητας ή τέχνης ή ζωής. Και να, κοίτα με, χορεύω κι εγώ δεμένη με σχοινιά απ΄ την ίδια κορυφή ακροβατώντας στο τόξο μαζί με την Ιθάκη και μ΄ όλα της τα πρόσωπα. Ψηλά και μακριά η απόδραση…
πρόσωπα.
πρόσωπα τραβηγμένα. αδιάφορα.
πρόσωπα φοβισμένα.
μάτια. μάτια διάφανα.
μάτια τυφλά.
(φώτα.)
τις ει;
κανείς δεν ρώτησε κι απόψε.
και τρέχω στις ράγες ενός τρένου βιαστικού.
στις ράχες μου.
εγώ ειμί το φάσμα. το φόρεμα το λεπτό. το εύθραυστο.
αφανής παραστέκεται ο ίσκιος μου στον ίσκιο σας.
(τα φώτα ανάψτε.)
ο κόσμος έρχεται.
ασταθής πάντα.
κι εγώ ολόκληρη. ανοιχτή.
(σβήστε τα φώτα.)
χέρια υψωμένα.
παρόντα παρελθόντα.
άστρα που κάποτε αν υπήρξαν.
του θάνατου ίχνη.
εγώ ειμί το φά-ντα-σμα που σας φοβίζει.
Χιλιάδες νεκροί συνωστίζονται έξω απ΄ την πόρτα της.
Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2012
Η Βεατρίκη των Γκρεμών
Τι απέγινε, όμως, η Βεατρίκη;
Από στιγμή σε άλλη στιγμή είναι έτοιμη
για τρομερό ταξίδι να κινήσει
να φέρει πίσω τ' όνειρο.
Έβγαλε τα παπούτσια της
τ’ απίθωσε πεισματικά στο σκοτεινό κατώφλι.
και τρικυμίες και μπόρες
προσκύνησε στο αθίβολο του ονείρου.
Ξεχώρισε τον πάγο που απολιθώνει την ψυχή
κι άναψε ένα κερί για τους ερωτευμένους.
σαν βρυχηθμό φοβιστερό στου ορίζοντα την άκρη
μα πάλι πιο κοντά: "Ασ' την ελπίδα καταγής!"
να γλιτώσει απ' το θεριό
που ως φαίνεται το βήμα της μετρούσε.
Το φόρεμά της σκίστηκε
σκορπίστηκαν τριγύρω τα κουρέλια
τα πήρε η νύχτα
μύρο κι αλάτι.
ανέβηκε στη ράχη του πουλί γυμνό
αντήχησαν με το κελάηδημά της οι ουρανοί
ήπιε του σύννεφου νερό, νερό της λήθης.
ξέχασε τ’ όνειρο.
φίλησε τ’ άστρα.
Κανείς ποτέ δεν ρώτησε.
* Inic Pit Vita Nuova: Εδώ Αρχίζει Μια Καινούρια Ζωή (το πρώτο έργο που έγραψε ο Dante Alighieri, το 1295, η ανάγνωση του οποίου θεωρείται απαραίτητη για την κατανόηση της «Θείας Κωμωδίας»).
Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2011
Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2011
των λουλουδιών...

Μέρα Πρώτη:
Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2011
Μονόστηλα

* Mε κούρασε ο εαυτός μου
με κούρασαν κι οι ποιητές
έτσι όπως χρησιμοποιούν
τους μονολόγους και το μολύβι
ωσάν αντισηπτικά
της υστεροφημίας τους
* Το μόνο πράγμα που κουβαλά η ζωή μέχρι το τέλος της
είναι η σύμβαση του τέλους
εσύ Χρήστο, Νίκο, Άννα, Θωμά, Δήμητρα, Κώστα
ζεις; ή πέθανες;
δεν μας είπες...
Μαρίνος Καρβέλας 2011
...
Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2011
Μικτός χρόνος...
Τετάρτη 31 Αυγούστου 2011
ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ
Ῥομαντικὸς ἐπίλογος
Μὴ μὲ διαβάζετε ὅταν δὲν ἔχετε
παρακολουθήσει κηδεῖες ἀγνώστων
ἢ ἔστω μνημόσυνα.
Ὅταν δὲν ἔχετε
μαντέψει τὴ δύναμη
ποὺ κάνει τὴν ἀγάπη
ἐφάμιλλη τοῦ θανάτου.
Ὅταν δὲν ἀμολήσατε ἀϊτὸ τὴν Καθαρὴ Δευτέρα
χωρὶς νὰ τὸν βασανίζετε
τραβώντας ὁλοένα τὸ σπάγγο.
Ὅταν δὲν ξέρετε πότε μύριζε τὰ λουλούδια
ὁ Νοστράδαμος.
Ὅταν δὲν πήγατε τουλάχιστο μιὰ φορὰ
στὴν Ἀποκαθήλωση.
Ὅταν δὲν ξέρετε κανέναν ὑπερσυντέλικο.
Ἂν δὲν ἀγαπᾶτε τὰ ζῶα
καὶ μάλιστα τὶς νυφίτσες.
Ἂν δὲν ἀκοῦτε τοὺς κεραυνοὺς εὐχάριστα
ὁπουδήποτε.
Ὅταν δὲν ξέρετε πῶς ὁ ὡραῖος Modigliani
τρεῖς ἡ ὥρα τὴ νύχτα μεθυσμένος
χτυποῦσε βίαια τὴν πόρτα ἑνὸς φίλου του
γυρεύοντας τὰ ποιήματα τοῦ Βιγιὸν
κι ἄρχισε νὰ διαβάζει ὦρες δυνατὰ
ἐνοχλώντας τὸ σύμπαν.
Ὅταν λέτε τὴ φύση μητέρα μας καὶ ὄχι θεία μας
Ὅταν δὲν πίνετε χαρούμενα τὸ ἀθῶο νεράκι.
Ἂν δὲν καταλάβατε πῶς ἡ Ἀνθοῦσα
εἶναι μᾶλλον ἡ ἐποχή μας.
ΠΡΟΣΟΧΗ
ΧΡΩΜΑΤΑ
Μὴ μὲ διαβάζετε
ὅταν
ἔχετε
δίκιο.
Μὴ μὲ διαβάζετε ὅταν
δὲν ἤρθατε σὲ ρήξη μὲ τὸ σῶμα...
Ὥρα νὰ πηγαίνω
δὲν ἔχω ἄλλο στῆθος।
Nίκος Καρούζος
Κυριακή 24 Ιουλίου 2011
Επί θανάτου...
Με ποια παρηγοριά να σε κοιτάξω;
Απόψε κοινωνώ τα συναγμένα
Τις συμφωνίες και τα αλλόκοτα
Που μ΄ έφεραν ως εδώ
Το βλέμμα σου
Με ποια παρηγοριά να σε κοιτάξω;
Που κύλησαν οι μέρες και δεν πρόλαβες
Όλο, μου λες, σε κυνηγούσαν οι ορισμοί
Το λίγο, το πικρό χαμόγελό σου
Σκληρή χαραγματιά
Θανατερό του ονείρου σου άνοιγμα
Που πας;
Με ποια παρηγοριά να σε κοιτάξω;
Αφού μου δείχνεις ότι από χρόνια απωθώ
Εκείνα τα ενδεχόμενα στα υπόγεια της μνήμης
Απτή απουσία, κρυώνεις; Πες μου...
Αχ, τώρα που ανατέλλεις
Με ποια παρηγοριά να σε κοιτάξω;
- την ύστατη στιγμή δεν απομένει -
Απόψε, εδώ, φορώντας τα καλά μου
κι όλα τα μάταια που μάζεψα στολίδια
Μπροστά σου θα σταθώ να μ΄ ανακρίνεις
Απόψε, εδώ, φορώντας τα καλά μου
Όλα θα τ΄ αρνηθώ
Κι οριστικά
- καθώς η αγωνία θα ησυχάζει -
Θα κομματιάσω τούτον τον καθρέφτη
Που αντανακλά ό,τι φοβάμαι πια να δω
Το πρόσωπό μου...
Τετάρτη 27 Απριλίου 2011
σα χορεύτρια ή σαν καράβι...
Παρασκευή 11 Φεβρουαρίου 2011
ΑΥΡΙΟ ΠΑΛΙ... (για τη Στέλλα)

πρόσωπα.
πρόσωπα τραβηγμένα. αδιάφορα.
πρόσωπα φοβισμένα.
μάτια. μάτια διάφανα.
μάτια τυφλά.
(φώτα.)
τις ει;
κανείς δεν ρώτησε κι απόψε.
και τρέχω στις ράγες ενός τρένου βιαστικού.
στις ράχες μου.
εγώ ειμί το φάσμα. το φόρεμα το λεπτό. το εύθραυστο.
κι αφανής παραστέκεται ο ίσκιος μου στον ίσκιο σου.
(τα φώτα ανάψτε.)
ο κόσμος έρχεται.
ασταθής πάντα.
κι εγώ ολόκληρος. ανοιχτός. μπροστά σε όλους υποκλίνομαι.
να μην καταδεχτείς ούτε ένα βλέμμα.
(σβήστε τα φώτα.)
χέρια αδειανά. γέφυρες.
γκρεμοί. αλυσίδες.
χορός από υ-φάσματα στον αέρα της νύχτας που επιμένει.
δάχτυλα υψωμένα.
να δείχνουν. να αποκόπτονται.
παρόντα παρελθόντα.
λαμπερά κι απαστράπτοντα.
άστρα που κάποτε αν υπήρξαν.
του θάνατου ίχνη.
εγώ ειμί το φά-ντα-σμα που σας φοβίζει.
αύριο πάλι.
Γ.Α.Β. 11/2/11
Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011
Το μικρό μυστικό της ζωής - μια παράσταση
Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2010
ΑΓΙΑ ΝΥΧΤΑ ...σε προσπέκτους
Άγια Νύχτα ...σε προσπέκτους
να διαλέξουμε με χαρά
χίλια χρώματα και στολίδια
κάθε χρόνο νέα και ίδια
σε μιαν αγορά γιορτινή
όλα έχουν μία τιμή...
Δέκα κάνει ο αδερφός μου
κι άλλα τρία ο διπλανός
πέντε ακόμα μήπως γιορτάσω
κι άλλα τόσα για να χορτάσω
τον εαυτό μου ξεπουλώ
και σιγοτραγουδώ...
Η ψυχή μου φτερουγίζει
-τι φανταχτερή εποχή!-
κι ας μην ξέρει κανείς τι ζητάει
λίγη αγάπη; μα ναι, δεν χρωστάει
μ΄ ένα δάνειο τα πάντα ξοφλάει
και το χρόνο κι αυτούς που αγαπάει
νοικιασμένη μου ζωή
τι φοβερή παροχή!
Η ψυχή μου φτερουγίζει
μοιάζουν όλα τόσο καλά
μα κάπου, κάποιος μόνος λυγάει
κάπου ο πόλεμος κυβερνάει
το παιδί κάπου κλαίει και πεινάει
πες μου πού να βρω τη χαρά
αν ένα παιδί δεν γελά...
Άγια Νύχτα ...σε προσπέκτους
λίγο πριν το Νέο Έτος
τρέξε-τρέξε δεν θα προφτάσεις
τρέχει ο χρόνος πώς να τον φτάσεις
τρέχει-τρέχει κι η ζωή
κι είναι στ΄ αλήθεια μικρή...
Καλές γιορτές, οπωσδήποτε...
:)


















