Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2018

Το είδωλο



Ήταν γραμμένο.
Ανάπνευσε, θα καείς. Κατάπιε, θα πνιγείς.
Ξύπνησα. Ζούσα ακόμη. Έτρεμα.
Και ο χαμός; Πού ήταν ο χαμός;
Έσπασα τον καθρέφτη.
Δύο κάτοπτρα μέτρησα.
Το σώμα μου ριζωμένο
στη μέγγενη του χρόνου θαυμάζω.
Το σώμα μου ταϊσμένο φοβάμαι.
Το σώμα μου ρικνούμενο αναπνέω.
Πιάνω από εδώ. Τραβώ.
Πιάνω από την άλλη. Τραβώ.
Ετούτο το μάγουλο τεντώνω. Το μέτωπο.
Την ύλη καταπίνω.
Μετρώ τις λέξεις. Τρεις. Ύπαγε οπίσω μου!
Ζω ακόμη.
Και ο χαμός; Πού είναι ο χαμός;
Τα χέρια υψώνω. Τα νύχια μου μαύρα.
Οι σάρκες μου θυμιατά. Πέφτω στα γόνατα.
Μετρώ τα δάχτυλα που με δείχνουν.
Παρουσιάζομαι.
Ιδού το θηρίο σας. Το είδωλό σας.
Ο σαλτιμπάγκος σας. Ιδού το θαύμα.
Το κατακαμένο σώμα μου σας παραδίδω˙ άγιο.
Μεταλάβετε. Πηγής αθανάτου γεύσασθε.
Αναπνέω. Καταπίνω.
Και το όνομα αυτoύ απολησμονήσετε
εις τους αιώνας των αιώνων.

Γυρίζω σπίτι. Θα κλείσω τα μάτια.
Θα τα ξεχάσω όλα.
Θα κοιμηθώ.

(Γεωργία Βεληβασάκη, "¨Το είδωλο", Οδός Δημιουργικής Γραφής - Ποίηση 1, εκδ. Γραφομηχανή 2017)

Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2018

"Η Πέτρα που μεταμορφώνεται"



(Παραμύθι)

Μην μ’ ενοχλείτε παρακαλώ, απουσιάζω. Πηγαίνω σ’ ένα αστέρι μακρινό. Ψάχνω την Πέτρα-που-μεταμορφώνεται (μια σπάνια πέτρα, ομολογώ). Στη γη θα τη βρείτε στην καρδιά κάποιου δάσους (δεν έχουν, όμως, μείνει και πολλά) ή σ' ένα παλιό παραμύθι για παιδιά. Οι μεγάλοι τα έκαναν θάλασσα, ξέχασαν την παιδική τους καρδιά και τρέχουν μόνο για να βγάλουν λεφτά ή όταν πάρει φωτιά το σπίτι τους. Μεγάλη αποτυχία.
   Τις προάλλες ήμουν στο βουνό Πάνω-από-την-πόλη. Περπατούσα μέσα στο Τελευταίο-δάσος και ονειρευόμουν χρώματα. Το έλεγα εγώ, αν θέλεις να πας πάνω από την πόλη, ανέβα σ’ ένα σύννεφο, αλλά οι Φίλοι-μου-τα-δέντρα επέμεναν πως ούτε και τα σύννεφα ήταν πια ασφαλή για όνειρα αθώα. 
   Υπήρχαν φήμες για ένα Θηρίο-το-λιμασμένο-και-μαυρόψυχο. Ερχόταν από το Πουθενά-των-άπληστων-υπόπτων με λύσσα και μάνητα. Είχε κάτι δρασκελιές γιγάντιες (πιο μεγάλες κι από του Εγωιστή-Γίγαντα) και μια γλώσσα κατακόκκινη, μακριά και μυτερή που σε κατάπινε ολόκληρο με τα παπούτσια. Φοβόμουν λίγο, δεν λέω. Οι Φίλοι-μου-τα-δέντρα είχαν ριζώσει για τα καλά στο χώμα που γεννήθηκαν. Τους θαύμαζα, έτσι περήφανοι και σοβαροί και τρυφεροί που ήταν. Τα χέρια τους κλαδιά μυριστικά υψώνονταν στον ουρανό χορεύοντας με τον άνεμο˙ αυτό ήταν το πεπρωμένο τους. Κι όλο πουλιά και μέλισσες τριγύρω. Είχαν κι αυτοί ακούσει για το Θηρίο-το-λιμασμένο-και-μαυρόψυχο, μα δεν μπορούσαν να κάνουν πολλά. Φλεγόταν, λέει, από λαχτάρα για το Τελευταίο-δάσος στο βουνό Πάνω-από-την πόλη. Οι άρχοντες είχαν βάλει φύλακες για να προσέχουν τα περάσματα και πυροσβεστικούς κρουνούς εδώ κι εκεί. "Είμαστε ασφαλείς", έγραφαν οι εφημερίδες.
   Σηκώθηκε αέρας. Ο αέρας δεν είναι πάντα κακός, παίρνει την κάψα του ήλιου, φρεσκάρει το οξυγόνο και μεταφέρει τη γύρη. Αλλά μερικές φορές είναι. Γιατί τα περάσματα δεν ήταν καλά φυλαγμένα και το Θηρίο-το-λιμασμένο-και-μαυρόψυχο όρμηξε την Ώρα-την-κακή. Οι φύλακες αποκαρωμένοι. Οι κρουνοί χωρίς νερό. Οι άρχοντες διακοπές στο Νησί-χωρίς-εδώ. Έτρεχαν μετά να προλάβουν κι έβγαιναν στις ειδήσεις και κουνούσαν το δάχτυλο μπροστά στην οθόνη, πως για όλα έφταιγε το Θηρίο-το-λιμασμένο-και-μαυρόψυχο και οι Φίλοι-μου-τα-δέντρα που παραήταν ευαίσθητοι και η Ώρα-η-κακή που τους κατακεραύνωσε καταμεσήμερο μέσα στην ησυχία και τα πουλιά και οι μέλισσες που δεν ειδοποίησαν σύγκαιρα τους αρμόδιους. "Θα αναδασώσουμε, ψηφίστε μας!" έγραφαν οι εφημερίδες. 
   Η λύπη μου είναι μεγάλη. Οι Φίλοι-μου-τα-δέντρα όσο πάει και λιγοστεύουν. Νιώθω στ’ αλήθεια μόνος και δυσκολεύομαι ν’ αναπληρώσω το αβάσταχτο κενό. Γι’ αυτό σας λέω, πηγαίνω σ’ ένα αστέρι μακρινό μήπως βρω την Πέτρα-που-μεταμορφώνεται. Η γη ήταν κάποτε γεμάτη. Ο καθένας έκρυβε από μία μέσα στην καρδιά του. Άνθιζε όταν την πότιζε ένα αθώο νεύμα, πλημμύριζε τότε ο τόπος χρώματα. Αλλά είπαμε. Οι μεγάλοι τα έκαναν θάλασσα, ξέχασαν την παιδική τους καρδιά και τρέχουν μόνο για να βγάλουν λεφτά ή όταν πάρει φωτιά το δικό τους σπίτι. Μεγάλη αποτυχία. Την Πέτρα-που-μεταμορφώνεται δεν τη βρίσκεις πια, παρά στην καρδιά κάποιου δάσους (δεν έχει, όμως, μείνει και κανένα), ή το πολύ-πολύ σ’ ένα παλιό παραμύθι για παιδιά...


(Γεωργία Βεληβασάκη, Ηλεία 2007 - Αττική 2018)


Κυριακή, 13 Μαΐου 2018

"Τετράδιο παραξενισμάτων"

(Άσκηση γραφής. Διήγημα υπό το φως του "Τετράδια Ονείρων" της Ζυράννας Ζατέλη)


Εγώ δεν ονειρεύομαι ποτέ. Δεν ξέρω γιατί δεν ονειρεύομαι. Η νύχτα είναι μια καλή ώρα για να ονειρεύεται κανείς. Αλλά όταν ξαπλώνω στο κρεβάτι μου για να κοιμηθώ και γέρνω στο μαξιλάρι και κλείνω τα μάτια περιμένοντας, δεν συμβαίνει τίποτα απολύτως. Ένα λευκό σεντόνι -και ούτε καν λευκό- απάνω ως κάτω τα όνειρά μου όταν νυχτώνει. Ό,τι κι αν γίνει, μα ό,τι κι αν γίνει, εγώ το βράδυ θα κοιμηθώ και δεν θα δω όνειρα.
            Δεν παραπονιέμαι. Τις μέρες ζω τέτοια αλλόκοτα πράγματα και τρελά. Καμιά φορά σκέφτομαι ν’ αρχίσω να τα καταγράφω σ’ ένα ημερολόγιο, να βάλω και τίτλο «Τετράδιο παραξενισμάτων», ας πούμε, και να το βγάλω προς πώληση στα καταστήματα και τα βιβλιοπωλεία. Όχι πως θέλω κάτι να κερδίσω, αλλά πιο πολύ για να δείτε τι τραβάω με τη μάνα μου, που δεν εννοεί να καταλάβει ότι γερνάω πια, ότι γερνάω.
            Να, τις προάλλες, είχα θυμώσει. Που ήταν πρωί και μπήκε στο δωμάτιό μου φουριόζα και δεν ξέρω τι την έπιασε και μου άδειασε όλα τα συρτάρια, να τα τακτοποιήσω, λέει, πιο καλά και τι νοικοκυρά είσαι εσύ τέλος πάντων και ποιος θα σε παντρευτεί με τα συρτάρια ακατάστατα, έλεγε. Έφυγε μετά άρον-άρον και με άφησε μ’ ένα βουνό από ρούχα να με κοιτάζει. Πήρα κι εγώ τη φίλη μου στο τηλέφωνο να της τα πω, να ξεθυμάνω και δώσαμε ραντεβού στην πλατεία˙ τα ρούχα ένα βουνό ας τα έβρισκε η μάνα μου όταν επέστρεφε. Κι εκεί που καθόμασταν με τη φίλη μου και χειρονομούσα και θύμωνα κι άλλο, απέναντί μου μια κοπέλα με σγουρά μαλλιά έπινε πορτοκαλάδα και μπροστά της μία κυρία με γυρισμένη την πλάτη, μεγάλη σαν τη μάνα μου περίπου, πριν πεθάνει. Δεν έδωσα σημασία, αλλά όταν σηκώθηκαν να φύγουν, η κοπέλα με πλησίασε και μου άφησε μία χαρτοπετσέτα διπλωμένη στα δύο. Μέσα έγραφε: «Ο θυμός σου είναι περιττός» με αποσιωπητικά. Μέχρι την επόμενη εβδομάδα, στοίβες οι εφημερίδες με αγγελίες για ενοικιαζόμενα διαμερίσματα και τις κύκλωνα, στο δωμάτιό μου. Και η μάνα μου όλο γαλιφιές και υποσχέσεις ήταν και δάκρυα.
            Άλλη φορά, βγήκα από το σπίτι, γιορτή, Χριστούγεννα. Ο δρόμος γυαλιστερός με γιρλάντες που αναβόσβηναν χρυσές πάνω από τα φανάρια και κάτι αστέρια κόκκινα. Κι εκεί που περπατούσα, γιατί ήθελα να πάρω ένα δώρο για τη μάνα μου, ή μάλλον όχι για τη  μάνα μου την ίδια, αλλά για μένα ήταν το δώρο που ήθελε η μάνα μου να της πάρω, αλλά δεν προλάβαινε, λέει και ούτε ήξερε τι -κι έπρεπε, τέλος πάντων, να σκεφτώ κάτι που θα το ήθελα πολύ και θα το λαχταρούσα- άκουσα μία μελωδία, μια μουσική πολύ γοητευτική και αναπάντεχη και δεν μπορούσα να καταλάβω από πού ερχόταν, ούτε ν’ αντισταθώ. Κι εκεί, στην άκρη του δρόμου, πόσο σαστισμένη θα φαινόμουν για ένα μικρό κορίτσι που στεκόταν δίπλα μου και μου έδειξε με το δάχτυλο τον ουρανό. «Κοίτα μια βροχή!», είπε κι έφυγε τρεχάτο. Από ένα παράθυρο ψηλά έριχναν κομφετί -λες και δεν ήταν Χριστούγεννα αλλά Αποκριά- κάτι παιδιά και γελούσαν. Η μελωδία σαν να δυνάμωσε κι άλλο και ο δρόμος έδειξε ακόμη πιο γιορταστικός. Και τότε μου ήρθε η ιδέα να γράψω ένα ποίημα για μένα, σαν να ήμουν η μάνα μου και όχι εγώ. Να δω λέει μέσα από τα μάτια της εμένα και ας ήμουν εγώ που έβλεπα γράφοντας μέσα από τα δικά μου μάτια εκείνο που θα ήθελα να έβλεπαν τα μάτια της μάνας μου. Επέστρεψα σπίτι χωρίς το δώρο μου και αντί για ποίημα έγραψα ένα τραγούδι.  
            Είναι κάτι μέρες που σκέφτομαι πως ίσως δεν είμαι παρά ένα ονειροφάντασμα. Ένα ονειροφάντασμα που ζει μόνο όταν οι «άλλοι» το ονειρεύονται. Το ονειρεύονται, ας πούμε, ένα μικρό κορίτσι που λαχταρά κομφετί μια ημέρα χριστουγεννιάτικη, ή μια κυρία πριν πεθάνει, ή μια κοπέλα με σγουρά μαλλιά που της αρέσει να ανακατεύεται σε ξένες υποθέσεις, ή η φίλη μου που κρατάει και νυχτολόγιο και ίσως κάποτε κι αυτή να γράψει ένα βιβλίο με τίτλο «Τετράδια ονείρων» και να το βγάλει προς πώληση στα καταστήματα και τα βιβλιοπωλεία. Ένα ονειροφάντασμα που όταν δεν το ονειρεύονται δεν ζει. Αλλά ένα λευκό σεντόνι -και ούτε καν λευκό- απάνω ως κάτω κρύβει τα όνειρά του που θα έβλεπε αν έβλεπε που ζούσε. Ύστερα, κι επειδή κάπως η τάξη νοιάζεται πάντα να αποκατασταθεί -ή γιατί η μάνα του αδειάζει τα συρτάρια επίτηδες να μάθει τι δεν είναι «τάξη» το κακό παιδί- ο ξύπνιος του γεμίζει με πράγματα αλλόκοτα που κάθεται και γράφει πως τάχα δεν ονειρεύτηκε. Μόνο έτσι μπορεί να εξηγηθεί μια τέτοια παραδοξότητα.

Γεωργία Βεληβασάκη

Τετάρτη, 11 Απριλίου 2018

Παρουσίαση του ποιητικού αφηγήματος "Κοντσέρτο για μία ημέρα που πέρασε" στο Μπενσουσάν Χαν


"Προορισμός. Ο χρόνος 
μίας ημέρας ή μίας νύχτας.
Εγώ ο χρόνος ή εσύ που διαβάζεις.
Τυχαίες επιταχύνσεις, επιβραδύνσεις
είναι στο πρόγραμμα. Αναμένονται
αναπάντεχες δοκιμές
στη μικρή γραμμή του χρόνου 
το κενό υπάρχει
παρόλο τον στολισμό με μικρές δοκιμές
στη γραμμή του χρόνου. Κάποιος είπε
πως η ζωή αξιώνεται από τον θάνατο
όχι δεν είναι του φόβου
δοκιμές σε γραμμή μικρού χρόνου είναι
περπάτημα κατά μήκος μίας λέξης
που δεν προλαβαίνεις να πεις".
(Απόσπασμα από το "Πρελούδιο" στο "Κοντσέρτο για μία ημέρα που πέρασε")

Εκδόσεις Γραφομηχανή: http://www.grafomihani.gr/index.php?contentid=22&more=22

Τρίτη, 26 Δεκεμβρίου 2017

Έξω, Χριστούγεννα


Μεσάνυχτα. Ένας άνδρας βγαίνει από το ασανσέρ. Ανοίγει την είσοδο της πολυκατοικίας, τη στερεώνει μ’ ένα χαρτί. Έξω, Χριστούγεννα. Η νύχτα ακίνητη. Στον δρόμο κανείς. Ένας στρόβιλος ορμά από την ανοιχτή πόρτα, παγώνει την ανάσα του. Ο άνδρας ανεβαίνει στον τρίτο. Κοντοστέκεται μπροστά στη διπλανή πόρτα, ενενήντα μοίρες από τη δική του. Ο γείτονας έχει δύο μικρά παιδιά, παλεύει μ’ ένα μισθό, γυρνάει αργά από τη δουλειά, τα είχαν πει τις προάλλες. Να μην τον ενοχλήσει. Αφήνει τα κλειδιά του διαμερίσματός του απέξω. 
Όλο το απόγευμα τακτοποιούσε τα πράγματά του. Περίμενε κόσμο. Έπλυνε κάτι ξεχασμένα πιάτα στον νεροχύτη. Μάζεψε τα σκουπίδια. Έστρωσε το κρεβάτι. Μ’ ένα πανί καθάρισε το υπηρεσιακό του όπλο, ένα Beretta ενενήντα δύο, διαμετρήματος εννέα, τελευταίο μοντέλο. Δοκίμασε τα δάχτυλά του στη σκανδάλη. Κλείστρο από ανοξείδωτο ατσάλι, μοχλοί ασφαλείας, λαστιχένια λαβή… Το ακούμπησε στο κομοδίνο. Στον καθρέφτη του μπάνιου, τριάντα χρονών μαλλιά και μάγουλα, ίδια με του πατέρα του. Το βλέμμα της μάνας του και η θλίψη της εγκαταστημένη. Πέντε ημέρες αξύριστος. Ξυρίστηκε.  Απόψε στα μάτια του μια τρελή λάμψη.
            Μήνες τώρα δεν του βγαίνουν οι αριθμοί. Εννέα χιλιάδες ευρώ τα χρωστούμενα. Το χαρτί από το Ειρηνοδικείο διπλωμένο και σφηνωμένο κάτω από την εξώπορτα της πολυκατοικίας. «Ειδοποίηση κατάσχεσης. Επισπεύδων…». Θα ενημερωθεί και η υπηρεσία του. Αυτό το τελευταίο τον σάστιζε. Όφειλε. Όφειλε στην τράπεζα. Δεν τα είχε υπολογίσει καλά. Έχανε το σπίτι του. Όφειλε στον πατέρα του, που ονειρευόταν αξιώματα και τιμές και μεγαλεία. Όφειλε στη μάνα του και στην αγωνία της να τον δει τακτοποιημένο. Το σπίτι ήταν δικό της. Η αξιοπρέπειά του κομμάτια. Ένας άχρηστος ήταν, άχρηστος, άχρηστος... Εννέα χιλιάδες ευρώ το χάσμα που τον κατάπινε.  
            Βγάζει από την ντουλάπα την επίσημη αστυνομική του στολή. Ένα-ένα κατονομάζει τα εξαρτήματα σαν να είναι κομμάτια του σώματός του και τα φοράει. Υποδύτης χρώματος λευκού με περιλαίμιο, χιτώνιο χρώματος βαθυκύανου, περισκελίδα τρικό χρώματος μαύρου, λαιμοδέτης χρώματος μαύρου, ζωστήρας δερμάτινος απλός, σκαρπίνια χρώματος μαύρου λουστρίνια, χειρόκτια χρώματος λευκού, το πηλήκιό του χρώματος βαθυκύανου, επωμίδες περαστές στο χιτώνιο, πάνω εκεί τα διάσημά του. Το καθήκον. Σβήνει τη λάμπα του δωματίου. Η νύχτα κρύβει όσα ο νους του δεν μπορεί ν’ αντέξει. Η μάνα του θα ορμούσε στο ασανσέρ. Ούτε που θα πρόσεχε την ανοιχτή εξώπορτα. Και το χαρτί. Ένα ασημένιο φως εκκρεμεί. Ο πατέρας του θα γύριζε το κλειδί του διαμερίσματος. Το χέρι του θα έτρεμε. Σαν σπαθί πάνω από το κεφάλι του. Όλα σωσμένα μετά, χωρίς γυρισμό. Ποδοβολητά. Ο γείτονας θα ξυπνούσε. Έξω, Χριστούγεννα...
            Τρεις ξημερώματα. Παραχωρεί τα υπάρχοντά του μ’ ένα εσεμές. Εννέα χιλιάδες ευρώ ξεπληρώνει απόψε. Όλα τ’ άλλα στον αδελφό του. Η αξιοπρέπειά του ακέραια. Να μη λυπηθεί κανείς. Ώρα πολλή τα δάχτυλά του σ’ εκείνες τις λέξεις. Ύστερα, τα δάχτυλά του στο υπηρεσιακό του όπλο.
            Εφτά ημέρες αργότερα, ο χρόνος θα άλλαζε. Χωρίς αυτόν.
             
             
(Γεωργία Βεληβασάκη - Αθήνα, 25.12.2017)


Εξωδιηγητικό σημείωμα της γράφουσας: Αν είναι του κόσμου οι απελπισμένοι να σωθούν από μια απρόσμενη αλλαγή της τύχης, μία μελωδία, έναν χτύπο στην πόρτα τους την κατάλληλη στιγμή, ας γίνει...

Τετάρτη, 6 Δεκεμβρίου 2017

Εγώ ως Εσύ




Με ποια παρηγοριά να σε κοιτάξω;
Απόψε κοινωνώ τα συναγμένα˙ τις συμφωνίες
και τ’ αλλόκοτα που μ’ έφεραν εδώ, το βλέμμα σου.

Με ποια παρηγοριά να σε κοιτάξω;
Που κύλησαν οι μέρες και δεν πρόλαβες
όλο, μου λες, σε κυνηγούσαν οι ορισμοί.

Σε λίγο θάλλει το πικρό χαμόγελό σου
θανατερό του ονείρου σου άνοιγμα.
Πού πας; 

Με ποια παρηγοριά να σε κοιτάξω;

Αφού μου δείχνεις ό,τι από χρόνια απωθώ
εκείνα τα ενδεχόμενα στα υπόγεια της μνήμης.
Απτή απουσία κρυώνεις; Πες μου.

Αχ τώρα που ανατέλλεις, με ποια παρηγοριά να σε κοιτάξω;

Απόψε εδώ φορώντας τα καλά μου
και όλα τα μάταια που μάζεψα στολίδια
μπροστά σου θα σταθώ να με ανακρίνεις.

Απόψε εδώ φορώντας τα καλά μου
όλα θα τ’ αρνηθώ˙ και οριστικά
– καθώς η αγωνία θα ησυχάζει –

απόψε εδώ, φορώντας τα καλά μου
θα κομματιάσω τη μορφή που αντανακλά
ό,τι φοβάμαι πια να δω. Το πρόσωπό μου.


Γεωργία Βεληβασάκη, Βιέννη 2005


Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

Ηλικιωμένες γυναίκες


(Άσκηση γραφής, εικονοποιητική γραφή)

Σήμερα η κυρία Ζερδέ κλείνει τα ογδόντα. Ζει μόνη της σε μια πολυκατοικία της οδού Αγαθουπόλεως στο κέντρο της Αθήνας. Κοιτάζει από το παράθυρο το δρόμο. Η Όλγα βγάζει τα σκουπίδια της. Μόνη κι αυτή. Κάποτε συλφίδα, χορεύτρια στα μπολσόι. Σήμερα ογδόντα πέντε κιλά και άλλα τόσα τα χρόνια. Η κυρία Ζερδέ της γνέφει «έλα». Βάζει το μπρίκι στο καμινέτο. Ανοίγει ένα κουτί μπισκότα. Στρώνει το καλό σεμέν. Βγάζει το καλό σερβίτσιο. Τα ακουμπάει όλα στο τραπέζι δίπλα στο παράθυρο. Ανοίγει την πόρτα.
Η κυρία Ζερδέ: «Έλα μέσα. Κάνω καφέ. Σκέτο, μερακλίδικο, όπως σ’ αρέσει. Έχω γενέθλια.»
Η Όλγα: «Και με καφέ θα τα γιορτάσεις, κυρά;» χαχανίζει και σέρνει τα πόδια της στο πάτωμα μέχρι να φτάσει στην καρέκλα δίπλα στο τραπέζι. «Ε και να 'ταν ανάποδα όλα. Και να μικραίναμε, λέει, αντί να μεγαλώνουμε. Να γινόμασταν ξανά μωρά. Να ξαναμπαίναμε στη μήτρα της μάνας μας».
Η κυρία Ζερδέ: «Καλά τα λες εσύ, μα...» Ίσα που προλαβαίνει να τραβήξει το μπρίκι από το καμινέτο.
Η Όλγα: «Α, να πάνε οι πίκρες μας και να μη ματαρθούν».
Η κυρία Ζερδέ: «Εμ, πάνε οι πίκρες μας, Όλγα μου. Πάει κι η ζωή μας».
Η Όλγα: «Και χωρίς τούρτα γενεθλίων τι γενέθλια θα κάνομε;»
Η κυρία Ζερδέ: «Γενέθλια των γερόντων. Πάρε ένα μπισκότο. Θέλεις νερό;» Στέκεται μπροστά στη βρύση. Γεμίζει δύο ποτήρια. «Πες μου τα νέα σου».
Η Όλγα: «Η Νερίνα μου παραπονιέται. Και η Λοπατκίνα μου το ίδιο. Δεν θέλουν, λέει, να χορεύουν άλλο. Θέλουν μόνο να κάθονται και να με κοιτάνε».
Η κυρία Ζερδέ ακουμπάει τα ποτήρια στο τραπέζι. Κάθεται στην καρέκλα. Το βλέμμα της πέφτει στη φωτογραφία τού άνδρα της κορνιζαρισμένη στον απέναντι τοίχο. Κορνιζαρισμένα τα χρόνια της δυστυχίας της μακριά του. Από τότε που πέθανε, ένα σάβανο η ζωή της και μια σύνταξη που της άφησε ν’ αγναντεύει τον άδειο καιρό. Παιδιά δεν είχε. Όχι πως δεν ήθελε. Μία φορά είχε καταφέρει να μείνει έγκυος. Το έχασε στον τρίτο μήνα. Παρηγοριά δεν έψαξε. Αφέθηκε στη λύπη και στον άντρα της. Μετά της έμεινε μόνο η λύπη.
Η Όλγα: «Άκουσες στις ειδήσεις; Ήρθε, λέει, η αφρικάνικη έρημος και μας κάθισε καπέλο πάνω από την Αθήνα. Αστείο μου φάνηκε. Άνοιξα σήμερα τα παράθυρα και κατασκονίστηκαν τα κορίτσια μου. Να τα δεις πως κιτρίνισαν. Θα τα καθαρίσω το βράδυ μ’ ένα πανάκι και λίγη σόδα. Λέω να τους πλύνω και τα ρουχαλάκια τους. Πέρασαν δυο χρόνια από την τελευταία φορά».
Η κυρία Ζερδέ: «Αχ, βρε Όλγα, γεράσαμε. Θυμάσαι τότε που είχα έρθει στο καμαρίνι και σου ζήτησα αυτόγραφο; Κι εσύ χαμογελούσες ως τ' αφτιά. Το έχω ακόμα. Να στο δείξω;» Σηκώνεται, ανοίγει ένα συρτάρι, βγάζει ένα τσαλακωμένο χαρτί. «Τι όμορφη που ήσουν, ε;»
Η Όλγα: «Ήμουν. Καλά το είπες. Τώρα έχω τις κούκλες μου. Να τις πλένω, να τις χτενίζω, να τις στολίζω, να γεμίζω με ψέματα τις ώρες, που πέρασαν τα χρόνια και ξεχάστηκα και το σώμα μου βάρυνε κι οι δόξες μ’ αφήσανε κι άλλη παρηγοριά από τις κούκλες μου δεν έχω. Αλλά καλά είναι. Να μην παραπονιέμαι». Απλώνει το χέρι, σηκώνει το ποτήρι με το νερό. «Να ζήσεις, κυρά μου, κι άλλα τόσα χρόνια».
Η κυρία Ζερδέ: «Ε, αυτό είναι κατάρα!», γελάει.
Η Όλγα: «Να μην το ξέρω να σου κρατώ ένα δώρο. Με πέτυχες στα σκουπίδια».
Η κυρία Ζερδέ: «Δεν μου φέρνεις κι εμένα μια κούκλα, να έχω ένα λόγο που ζω;»
Η Όλγα χαμογελάει και φαίνονται τα ταλαιπωρημένα της δόντια. Η κυρία Ζερδέ βάζει μία κουταλιά ζάχαρη στον καφέ της. Αφήνει το κουταλάκι στο πιατάκι. Σηκώνει το φλιτζάνι. Πίνει μια γουλιά.
Δεν μιλούν άλλο. Τώρα κοιτούν και οι δυο το φως που λιγοστεύει έξω από το παράθυρο.


Γεωργία Βεληβασάκη - Άνοιξη 2017

Σάββατο, 23 Σεπτεμβρίου 2017

Αυτός και Εαυτός


Φωτογραφία από πλάνο του Χίτκσοκ στην ταινία του "The wrong man" (1956)

- Ν’ ανοίξω το παράθυρο, να γίνει φως;
- Μόλις που ξημερώνει. Έχεις καιρό. Κοιμήσου λίγο ακόμη.
- Έχω όνειρα μεγάλα και φτερά!
- Α, σοβαρά; Μη βιάζεσαι. Έχεις καιρό. Να το κουτάλι σου, να τρως, να δυναμώσεις. Κοίτα τον γείτονα τι ωραία που μασάει.
- Να δείξω με το δάχτυλο στον ουρανό το αστέρι το δικό μου;
- Και τι τον θες τον ουρανό; Η γη δεν σε χωράει; Κοίτα τσιμέντα και οικόπεδα και σπίτια και ανέσεις˙ όλα για σένα γίνανε. Πούλα κι αγόρασε. Και τι ωραίος που γίνεσαι. Δεν θες ν’ αρέσεις;
- Να ψιθυρίσω έναν σκοπό και μαγικό να γράψω ένα τραγούδι;
- Σώπα και θα ξυπνήσεις το παιδί! Το νου σου εδώ, στον γείτονα. Τρέξε να τον προφτάσεις. Θα βρεις καιρό για μελωδίες και όνειρα, ωσότου να γεράσεις.
- Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, Αυτέ και Εαυτέ μου, όσα μου γύρεψες όλα σου τα ‘χω δώσει. Την άνθισή μου λαχταρώ! Ήρθε ο καιρός ή ακόμη;
- Έτσι δειλός που ήσουνα και υπάκουος σαν δούλος, ήρθε και σε προσπέρασε. Νύχτωσε πια. Ο χρόνος δεν σου φτάνει.


Γεωργία Α. Βεληβασάκη, Σαμοθράκη 27.06.2017

Τετάρτη, 30 Αυγούστου 2017

Η Χρυσή


(Το διήγημα συμπεριλαμβάνεται στο Ανθολόγιο "Δημιουργική Γραφή - Διαδρομή 2", εκδ. Γραφομηχανή. Η Χρυσή είναι χαρακτήρας εμπνευσμένος από πραγματικό πρόσωπο των παιδικών μου χρόνων. Η ιστορία είναι μυθοπλασία με στοιχείa από περιγραφές της πυρκαγιάς της Θεσσαλονίκης το 1917.)

Μαύρο σεντόνι από άκρη σε άκρη, καπνοί κι ερείπια και δυστυχία στα μάτια των ανθρώπων. Η φωτιά είχε ξεσπάσει τη νύχτα, σ’ ένα από τα παραπήγματα, ψηλά στο λόφο. Με τη βοήθεια ενός αέρα συνωμότη, κατέβηκε ταχύτατα ως την προκυμαία, σκορπίζοντας το φόβο και κατακαίοντας τα σπίτια, τα κτήματα, τους κήπους, ακόμα και τα καΐκια που δεν είχαν προλάβει ν’ απομακρυνθούν από την ακτή. Ορυμαγδός μεγάλος. Έσπαγαν τα τζάμια από τα παράθυρα, στέγες έπεφταν με πάταγο, τα ζώα έσκουζαν και έφευγαν κατατρομαγμένα.
Αλλόφρονες οι χωρικοί έτρεχαν να σωθούν και να σώσουν ό,τι προλάβαιναν. Τα παιδιά κατάπληκτα μπροστά στο μεγαλείο της καταστροφής. Ένα κορίτσι έσφιγγε στην αγκαλιά του μία κότα κι ένα μαξιλάρι χρυσοκέντητο, έψαχνε τη μάνα του, τα δάκρυα χάραζαν ποταμούς στα μάγουλά του. Μία γυναίκα λεχώνα αγγελοκρούστηκε, έδωσε προς τη θάλασσα, με το μωρό στο στήθος, την άσπρη νυχτικιά, τα μαλλιά λυτά στην αγριάδα του αέρα, την έσωσε το χέρι του ανδρός της την τελευταία στιγμή. Άλλοι, με τα πρόσωπα καπνισμένα, ιδρωμένα τα σώματα, κουβαλούσαν με τους κουβάδες το νερό, να πιει το θηρίο, να ησυχάσει. Οι γριές σταυροκοπιόντουσαν˙ποια δύναμη δαιμονική ανέβαζε τις φλόγες στον ουρανό σε τέτοια ύψη και δεν γλίτωναν ούτε τα πουλιά!;
Κατά το ξημέρωμα, ο άνεμος είχε κοπάσει, η φωτιά είχε σιγανέψει, λίγες μόνο εστίες εδώ κι εκεί. Ο λόφος έστεκε κατάμαυρος˙ ένα σύννεφο έσταζε πάνωθέ του, χλευαστικό. Οι χωρικοί είχαν βρει καταφύγιο σε μιαν αλάνα έξω από τον οικισμό, όπου η φωτιά δεν πρόκανε να φτάσει˙ ήταν ανοιχτωσιά και ο αέρας φυσούσε αντίθετα. Σιγά-σιγά, σηκώθηκαν στα πόδια τους. Μετρήθηκαν. Πρώτα ο καθένας τη δική του οικογένεια, ύστερα του διπλανού. Όλοι σωστοί. Ένας μόνο, ο Αρίστος, ρώτησε για τη Χρυσή, που έμενε μονάχη της στην πάνω γειτονιά, ένα στενό κάτω από το σπίτι του, στις παράγκες απ’ όπου φαίνεται πως ξέσπασε η φωτιά. Τη φώναξαν, καμιά απάντηση. «Πάω να δω», είπε ο Αρίστος. Τον ακολούθησαν η Μαρίκα και η Σοφώ.
Τα στενά δρομάκια, άλλοτε με τους βασιλικούς και τα γεράνια δεξιά-αριστερά, ήταν τώρα σωροί από πέτρες και κάρβουνα και σίδερα μαυρισμένα. Η αποφορά από καμένες γάτες και σκυλιά και πρόβατα και ποντίκια τούς έκοβε την ανάσα. Βρήκαν την παράγκα ξεχαρβαλωμένη, δίχως σκεπή. Κάπνιζαν ακόμα τα δοκάρια και από κάτω τους ένα κουβάρι καβουρντισμένο, το χέρι να εξέχει, η σορός της Χρυσής. Μόνο το δαχτυλίδι της έστεκε.
-Την έρμη, την άκουσα μια στιγμή που φώναζε, μα νόμιζα πως ήταν απ’  τη ζούρλα της, Θε μου συγχώρεσέ με! Όταν είδα τη φωτιά να ’ρχεται, έτρεξα να σωθώ, την ξέχασα, είπε η Σοφώ, κούνησε το κεφάλι, έβγαλε ένα μαντίλι, φύσηξε.
-Κρίμας! στεκόταν ακίνητος σαν αποσβολωμένος ο Αρίστος.
-Ζωή σε λόγου μας, παιδιά δεν είχε, δόξα σοι Θε μου που σωθήκαμε κι εμείς, έχουμε δουλειές να κάνομε, πάμε! είπε η Μαρίκα και γύρισε την πλάτη να μη βλέπει.
Πήρε ο καθείς το δρόμο του, ν’ αναμαζέψει ό,τι είχε απομείνει, να ξαναστήσει το σπιτικό του, να ζήσει. 
Η Χρυσή δεν είχε ηλικία. Δεν ήταν ούτε παιδί, ούτε γυναίκα, ούτε γριά. Καμωνόταν πως έβλεπε νεράιδες πάνω στα λουλούδια, τους μιλούσε, δεν άφηνε να τα κόβουν. Τα βράδια την άκουγαν να τραγουδάει έναν παλιό σκοπό, τον ίδιο πάντα. Καμιά φορά ούρλιαζε πως τάχα έρχονταν δαιμόνοι και την πείραζαν και δεν σταματούσε αν κάποιος γείτονας δεν της χτυπούσε την πόρτα, μες στα μεσάνυχτα, να την αποπάρει, «Χρυσή, σώνει πια, να κοιμηθούμε!». Έσερνε το μισερό της πόδι πάνω στο χώμα, γέλαγε δυνατά, της άρεσε να βλέπει τη σκόνη να σηκώνεται, τα παιδιά τη μιμούνταν, οι μανάδες τα μάλωναν. Την κορόιδευαν «αλαφροΐσκιωτη», δεν την ένοιαζε. Τις Κυριακές έπλεκε κοτσίδες τα μαλλιά της, έβαζε το καλό της φουστάνι, το ίδιο πάντα, πήγαινε στην εκκλησία, έστεκε παράμερα, περίμενε να πάρουν όλοι αντίδωρο, άπλωνε τη μαλακή της χούφτα, τη γέμιζε με τα ψίχουλα, τα έτρωγε με μανία, «είναι αμαρτία να τα πετάξουμε», έλεγε. Κάπου-κάπου, έκοβε ζαρζαβατικά από τους κήπους των γειτόνων χωρίς να τους ρωτήσει, αυτοί την άφηναν, ήξεραν πως δεν είχε να φάει από αλλού.
Η καημένη η Χρυσή, εκείνο το πρωί, είχε κατηγορηθεί από τον δάσκαλο, τον κύριο Αντωνάκη, νεοφερμένο στο χωριό, ότι είχε μπει στο μπαξέ του και του είχε κλέψει τα σπανάκια, που είχε φυτεμένα. Η λέξη του της έπεσε βαριά και για να υπερασπίσει τον εαυτό της, ορκίστηκε, «αν έχω κάνει τέτοιο πράμα, να με κάψει ο Θεός!» είπε. Κλείστηκε στο σπίτι της, όλη μέρα δεν βγήκε, μόνο έψελνε ένα τραγούδι θρηνητικό, το ίδιο πάντα.
Και να που έγινε, αργά το βράδυ, ν’ ανάψει το πετρογκάζ για να βράσει τα χόρτα και να την πάρει ο ύπνος στην καρέκλα και να φυσήξει αέρας μέσα από το ανοιχτό της παράθυρο και ν’ αρπάξει η κουρτίνα φωτιά και να ξυπνήσει όταν το ρούχο της είχε πια λαμπαδιάσει και κανείς να μην προστρέξει στις φωνές της και να πεθάνει χορεύοντας σαν νεράιδα μέσα στις φλόγες, που έμελλαν να κάψουν, ύστερα, ολόκληρο το χωριό.


Γεωργία Βεληβασάκη, Αθήνα - 23.9.2016

Παρασκευή, 25 Αυγούστου 2017

Κακό πράμα η τσιγκουνιά



(Το διήγημα συμπεριλαμβάνεται στο Ανθολόγιο "Δημιουργική Γραφή - Διαδρομή 2", εκδ. Γραφομηχανή. Η φωτογραφία είναι από την περιοχή Κιζίλ Τάμπια στο Ηράκλειο της Κρήτης.)

Εκείνο τον καιρό εργαζόμουν στο Λάκκο στην Κρήτη. Μας είχανε περιμαζέψει ένα βράδυ ένεκα του «Διατάγματος περί χαμαιτυπείων» -αν έχεις ακουστά- και χωριστήκαμε, εδώ οι χριστιανές και οι μουσουλμάνες στο Κιζίλ Τάμπια. Όλα προτού μας βομβαρδίσουνε οι Γερμανοί, ανάθεμά τους! Κοκότα εγώ. Δύσκολα τα χρόνια, τι να ‘κανα; Τη μετρέσα, να βάλω μπελά στο κεφάλι μου; Και σαν αρχίσεις τη βίζιτα και να μη σ’ αρέσει, με τον παρά γλυκαίνεσαι. Να σου πω τη μαύρη αλήθεια, δεν το μετάνιωσα. Δουλειά είναι κι αυτή. Άλλοι δουλεύουνε με τα χέρια, άλλοι με το μυαλό, εγώ με την «πραμάτια» μου. Αυτές λυπάμαι, που πάνε και παντρεύονται με θυμιατήρια και βιολιά -από προξενιό ή απ' αγάπη το ίδιο κάνει, το γάιδαρο να δέσουνε- αραδιάζουν κάνα-δυο κουτσούβελα κι ύστερα χωρίζουν με βρισίδια κι άντε να βρεις σειρά. Εκεί να δεις μετανόηση.
Είχα ένα καμαράκι ολόδικό μου, λογαριασμό δεν έδινα. Μονάχα ένας αστυφύλακας ερχόταν μία φορά τη βδομάδα και του ‘κανα μισή ώρα δωρεά, να με αφήνει ήσυχη. Με πόσους κοιμήθηκα ‘κείνα τα χρόνια δεν θυμάμαι. Κάθε καρυδιάς καρύδι. Είχα ένα σουγιά δεκαπέντε πόντους κάτω απ’ το μαξιλάρι, μην τύχει πέσω σε τρελό και με σακατέψει.
Ένα βράδυ, να κι ένας που ‘κανε το μάγκα. Θυμάμαι το παπούτσι του, λουστρίνι μυτερό, κολλημένο το μαλλί με μπριγιαντίνη και το δεξί μανίκι να κρέμεται αφόρετο.
- Καλώς τον όμορφο, λέω.
- Τι θα μας φιλέψεις, κυρά;
Δεν του ‘φτανε αυτό που ‘ρθε να πάρει, ήθελε και τρατάρισμα. Του ‘βγαλα γλυκό σταφύλι, άλλο δεν είχα.
- Πόσο πάει το μαλλί; μου λέει
- Πέντε δραχμές, του λέω εγώ.
- Πολλά δεν είναι;
- Πέντε, άμα θες.
Ο κύριος ήθελε περιποίηση σπέσιαλ. Είναι άλλες που τα κάνουνε αυτά, μα εμένα δεν μ’ αρέσουνε. Έχω το «πράμα» μου, το γυναικείο, το άγιο, πλυμένο, καθαρό, το θέλεις; Πάρτο. Αλλιώς, δρόμο.
- Πάμε, λέει αυτός.
- Τα φράγκα πρώτα, λέω εγώ.
- Α, μετά, έτσι ξέρω.
Έτσι ήξερε ο μπαγλαμάς και ποια τον καλόμαθε και χάλασε την πιάτσα.
Τη μέρα εκείνη είχε πέσει αναδουλειά, λέω άντε. Τραβώ την κουρτίνα, μου ‘ρχεται η μπόχα από το μαραφέτι του, κρίμα τη μπριγιαντίνη και το λουστρίνι το μυτερό. Κάνουμε ό,τι να κάνουμε, στενάζει, τελειώνει το μαρτύριο.
- Με τσι υγείες σου, του λέω, τώρα πέσε!
Βγάνει μου δίνει τα μισά. Ανάθεμά τον, τον βρομιάρη! Ήθελε να μου φάει το μεροκάματο.
- Ρε, πέσε, λέω, δεν σηκώνω τέτοια!
- Γιατί, θα μας δείρεις; Ή σάμπως θα φωνάξεις την αστυνομία; Χατίρια δεν είχε!
Δεν ήταν η μέρα του αστυνόμου, αλλιώς θα του ‘λεγα του ψευτοπαλικαρά.
- Άμα δεν σου ‘κανα να πήγαινες αλλού, ρε. Ξηγηθήκαμε απ’ την αρχή. Τι άντρας είσαι;
Τι ήθελα και το ‘πα αυτό για το αντριλίκι, σηκώνει το χέρι, μου δίνει μία, σπάει ετούτο εδώ το δόντι, ανάθεμά τον! Τραβώ κι εγώ το μαχαίρι από το μαξιλάρι.
- Τα λεφτά για θα σε σφάξω, δεν σε φοβούμαι, ρε! 
- Παλιοχαρχάλω, λέει, τέτοιες οι δουλειές σου. Α, να χαθείς και δεν θα μου γλιτώσεις!
- Μπα, του λόγου σου που πληρώνεις είσαι κύριος κι εγώ η καταφρονημένη; Επαγγέλλομαι, ορέ, δηλωμένη με χαρτιά, κολλάω βαρέα-ανθυγιεινά, περνάω από γιατρούς κάθα δεκαπέντε. Τι ήρθες να κάνεις; Το νταή σε μια γυναίκα μόνη; Σιγά μη σου χρωστώ κι ευγνωμοσύνη που γνώρισες την ομορφιά μου! Ντροπή σου, ρε!
Ανάσα δεν έπαιρνα. Μα το θεό, πού τα ‘βρισκα και τα ΄λεγα, η πουτάνα. 
- Πλέρωνε! Φτου, ρε! έφτυσα κιόλας για να δείξω πως δεν υποχωρώ.
Βάζει το χέρι στην τσέπη, μου κόπηκε η ανάσα μη και βγάλει κανένα πιστόλι. Τραβά ένα πάκο χαρτονομίσματα, διαλέγει τα σωστά, μου τα πετάει στη μούρη, σηκώνει το δαχτύλι, μ’ ορμηνεύει.
- Δεν θα σε πετύχω αλλού; Θα στο στρίψω το λαρύγγι! κλωτσά μια καρέκλα, φεύγει.
Δεν τον ξανάδα. Παράδες είχε. Ήθελε το τσάμπα. Εμ, έπρεπε να το ‘χα μυριστεί, αφού και το σαπούνι λυπότανε, ο τσιφούτης. Κακό πράμα η τσιγκουνιά, αμαρτία μεγάλη!


Γεωργία Α. Βεληβασάκη, Αθήνα - 13.9.2016

Δευτέρα, 1 Μαΐου 2017

Οι φίλοι μου

Οι φίλοι μου
κάθε πρωί
υψώνονται
ξεδιπλώνονται
και με χαιρετούν
με απλότητα
χάρη 
και ησυχία
κι εγώ
τους αγαπώ
και τους ποτίζω

και άνω θρώσκω
μέσα από το τζάμι
στο βάθος
στο ύψος

πηγάδι
πού και πού ένα αστέρι
ή σύννεφο
ή βροχή
ουρανός με καγκελωτή υπογραφή
και για ξόβεργα
κεραία

πρωινός χαιρετισμός
ένα πουλί
ένα κρώξιμο
και οι νότες προσπερνούν
και ανεβαίνουν
ως τον ουρανό
ως το πηγάδι

κι όπως
ανθισμένο ροζ
αντανακλά
το μπλε και το πράσινο
ορθώνεται το κίτρινο
υπερήφανο
λεπτό
κοφτερό
να δείξει
τη μεγάλη, τρυφερή σκιά
του κόκκινου.

«Σας βλέπω
ν’ αναρριχάστε
και να γελάτε
έτσι όπως χαϊδεύετε
τον τοίχο του πηγαδιού
που με περιέχει

ώσπου
να φτάσετε κάποτε
στην καγκελωτή υπογραφή τ’ ουρανού
θέλω
να είμαι εδώ
να σας βλέπω
και να σας υποψιάζομαι».

Η συμφωνία τελειώνεται
σε ντο μείζονα αλέγκρο.

Γεωργία Α. Βεληβασάκη

Μουσική συνοδεία για αναγνώστη

Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2017

Εγκιβωτισμός



[Το κείμενο γράφτηκε με αφορμή τη συμμετοχή μου στη διδασκαλία Δημιουργικής Γραφής στο  Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας 2ου ΣΔΕ Φυλακών Κορυδαλλού"Γιώργος Ζουγανέλης" στις 31 Ιανουαρίου 2017. Συμπεριλαμβάνεται δε στο Ανθολόγιο "Δημιουργικής Γραφής - Διαδρομή 2", εκδ. Γραφομηχανή]

Έξι το πρωί. Ανοίγω τα μάτια. Κοιτάζω το ταβάνι. Σηκώνομαι. Ανάβω τσιγάρο. Πολύ νωρίς για τις συνήθειές μου, ομολογώ. Έχω άγχος, να το πούμε αυτό. Παρατηρώ το χέρι μου καθώς χορεύει με το κουταλάκι του καφέ στο μπρίκι. Θυμάμαι χέρια φυλακισμένων να κόβουν τον αέρα σαν υφάσματα. Νέα Αλικαρνασσός, 1979. Παιδί εγώ στο Δημοτικό και εκδρομή στην αλάνα δίπλα στις φυλακές. Σχεδιάζουμε τετράγωνα πάνω στο χώμα. Πέτρα δίπλα στην πέτρα. Καμωνόμαστε πώς τάχα ζούμε σε μία μόνο διάσταση. Κλείνουμε πόρτες. Επιτρέπεται να βλέπουμε έξω˙ το διευκρινίζουμε. Ανοίγουμε παράθυρα. Πεύκα και σκουριασμένα συρματοπλέγματα στην άκρη της αλάνας. Πιο πάνω τα κτίρια με τα κελιά. Ψηλά, έξω από τα κάγκελα, τα χέρια-σημαίες. Μισοκλείνω τα μάτια να δω. Τι άνθρωποι είναι αυτοί και λαχταρούν έναν μας χαιρετισμό, μικρά παιδιά εμείς συνηθισμένα στην αδιαφορία των μεγάλων. Τώρα που το σκέφτομαι, θα πρέπει να είχαν κάποια σκοπιμότητα εκείνες οι εκδρομές. Μέχρι την τρίτη τάξη μ΄ έφτασε η βέργα του δασκάλου. Τραβάω μία τελευταία ρουφηξιά εις μνήμην. 
Εννιά το πρωί. Φυλακές Κορυδαλλού. Σβήνω το τσιγάρο. Το φως του ήλιου πέφτει οριζόντια στη λακκούβα του δρόμου. Έχω άγχος˙ το παραδέχομαι. Δεν έτυχε ποτέ να μπω σε φυλακή. Ούτε να μιλήσω με φυλακισμένο. Ένα περιστέρι πίνει νερό από τη λακκούβα. Ούτε να διδάξω κάτι σε κάποιον, εδώ που τα λέμε. Μόνο από μακριά ό,τι είδα και ό,τι άκουσα. Το περιστέρι πετάει. Χάνω το περιστέρι.
Κάγκελα. Σιδερένια πόρτα˙ του τετελεσμένου. Ανοίγει. Κλείνει. Κάγκελα. Σκοτάδι. Άλλη πόρτα˙ της αβεβαιότητας. Ανοίγει. Κλείνει. «Είναι απαραίτητος ο έλεγχος στο κατάστημα». Ώστε «κατάστημα». Δίνω την ταυτότητά μου. Παίρνω την κάρτα. Το γράφει καθαρά, «κατάστημα». Ο υπάλληλος μού προσφέρει ένα παράταιρο χαμόγελο. Καλημέρα σας. Κάγκελα. Πόρτα. Διάδρομος. Στο πάτωμα μωσαϊκά. Θυμάμαι το πάτωμα του σχολείου. Τον δάσκαλο. Τη βέργα. Κάγκελα. Κανένα παράθυρο. Πόρτα˙ της στενότητας. Πόρτα. Πόρτα. Κάγκελα. Νέα έξοδος στο φως˙ της μνήμης, της λήθης. Θυμάμαι. Παίζαμε κάτω από τα πεύκα. Σκαρφαλώναμε. Ένας μια φορά είχε πέσει. Ο δάσκαλος τον έδειρε. Εδώ μπαξές, κάτι κότες, εκεί καφενείο και γαλάζιες καρέκλες. Πού βρισκόμαστε; Στην αλάνα, κύριε. Πού; Στο προαύλιο. Στην πόλη των Αθηνών. Σωστό. Όχι δεν θα πάρω άλλο καφέ, ευχαριστώ.
Νέα είσοδος στο σκοτάδι. Κάγκελα. Πόρτα. Πόρτα. Λαβυρινθώδες το πέρασμα. Πόρτα. Διάδρομος. Κανένα παράθυρο. Κάγκελα. Κάγκελα. Ακάθεκτη διεισδύω ανάμεσα στους εγκάθειρκτους. Πρόσωπα, βλέμματα, καθημερινά, οικεία. Του αδερφού, του πατέρα, του φίλου. Καλημέρα σας. Όλοι βαρυποινίτες. Καλημέρα σας. Καλημέρα. Ληστές. Φονιάδες. Έμποροι ναρκωτικών. Παρουσιάζομαι εγώ η ελάχιστη και αιτούμαι συγκατάβαση κι εκείνο που δεν δικαιούμαι. Σώματα δαμασμένα. Ώμοι γυρτοί. Οι λέξεις ακροβατούν. Κάτω, το χάος. Στο βάθος του διαδρόμου ένας προσεύχεται. «Ευχαριστούμε σε, κύριε δεσμοφύλακα. Αμήν.»

 Εφτά οι κρατούμενοι στα θρανία. Μου απλώνουν το χέρι. Το παρατηρώ. Ώστε έτσι είναι ένα χέρι φυλακισμένου. Το κρατώ μια στιγμή. Σφίγγω τα δάχτυλα του αδερφού, του πατέρα, του φίλου. Γράφω στον πίνακα. «Εγκιβωτισμός». Μία ιστορία μέσα σε μία ιστορία. Ένα παρόν μέσα σ' ένα παρελθόν. Ένα προαύλιο σε μία πόλη. Σκληρότητα μέσα σε απαλότητα. Ένας ληστής σ’ έναν Χριστό. Το περιστέρι στο βλέμμα τού φονιά. Ένα κελί μέσα σ' έναν άνθρωπο. Και τι παράδοξο, το παιδί να διδάσκει «εγκιβωτισμό» στους «εγκιβωτισμένους».

Γεωργία Α. Βεληβασάκη




Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2016

Ιδιόκτητη

Ήρθε κι εγκαταστάθηκε στο σπίτι
Τρώει όταν τρώω
Κλαίει όταν κλαίω
Το ίδιο όταν γελάω

Έχει αυστηρό το βλέμμα
Κι όταν τ' αναζητάω με μαλώνει
Να με ποθείς χωρίς να θέλεις, λέει
Και τι να του απαντήσω;

Με το χέρι μου γράφει
Με τη φωνή του εγώ μιλάω
Όλο τ' απόγευμα ντυμένη αντωνυμίες
Ιδιόκτητη, με λέει, Δική μου εσύ του τάφου
Έτσι να λησμονήσω τ' όνομά μου
Ποιος εαυτός; Μακριά! του αντιλέγω
Μα αν κάποτε μ' αφήσει, τι θα κάνω;

Τα βράδια ξαπλώνει δίπλα μου
Τον νανουρίζω, δεν κοιμάται
Φοβάται τον καθρέφτη μην του κλέψω
Κοιμήσου εσύ, μου λέει, κι άγρυπνος εγώ
Εδώ θα στέκω, του ύπνου σου σημάδι
Ησύχασε, σε έχω και το ξέρεις
Το μαξιλάρι δένει μ' αλυσίδες
Σβήνει το φως

Ώσπου να ξημερώσει
Ανιχνεύει
Τη θέση των πραγμάτων
Ζυγίζει
Τα λησμονημένα
Μαχαίρι
Κόβει στη μέση το δωμάτιο
Στοιβάζει
Βουνά τ' απόκοτα
Αδειάζει τα συρτάρια
Λήθη και μνήμη ανάκατα
Βρυχιέται σιγά, μην τον ακούσω
Γουρλώνει τα μάτια, φχαριστιέται

Έρχονται μέρες που πια δεν τον αντέχω
Κάνω να φύγω, ξεκλειδώνει όλες τις πόρτες
Και με προσφέρει στους ανέμους του έξω κόσμου
Να μη στενέψει η ελευθερία, λέει, ορίστε ο δρόμος
Κάνω πως μένω τις σφαλίζει πάλι

Κάθε τόσο μου δείχνει τα νύχια του
Ανασαίνει στο πρόσωπό μου
Δεν συγχωρεί τίποτα, ούτε ξεχνά
Με χαϊδεύει
Λέω να τον αγαπήσω
Φοβάμαι μη με σκοτώσει πρώτος

(Αθήνα, 19.3.2016)

Γεωργία Α. Βεληβασάκη, "Ιδιόκτητη", στη συλλογή 2ος Λογοτεχνικός Διαγωνισμός Μίμης Σουλιώτης, εκδ. Libron, Αθήνα 2016
Βραβείο ποίησης/Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας Π.Μ.Σ. "Δημιουργική Γραφή"

Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2016

Άσπρα μαντίλια στην Plaza de Mayo


Το ποίημα που ακολουθεί είναι εμπνευσμένο από το βιβλίο του παλιού μου συμμαθητή Κώστα Ιουλιανού Λουλουδάκη "Άσπρα μαντίλια στην Plaza de Mayo" και αναφέρεται στις μανάδες εκείνες που ύψωσαν το ανάστημά τους απέναντι στην εξουσία που τους στέρησε τα παιδιά τους, την εποχή της δικτατορίας του Βιντέλα στην Αργεντινή. Μάνες σύμβολα, από την Plaza de Mayo ως τη Λουάντα, τη Λαμπεντούσα, τη Δαμασκό, την Ειδομένη...

"Παραστρατιωτικές ομάδες εμφανίζονταν από το πουθενά οδηγώντας τα μαύρα Ford Falcon.* Κάθε πολίτης γινόταν πιθανός στόχος. Ακόμα και τα παιδιά! [...] Τα μωρά τα έδιναν σαν λάφυρα πολέμου σε οικογένειες που είχαν το σωστό φρόνημα. [...] Ένα απόγευμα, στις 30 Απριλίου του 1977, συγκεντρώθηκαν για πρώτη φορά 14 μητέρες και γιαγιάδες αγνοουμένων στην Plaza de Mayo φορώντας λευκά μαντίλια. [...] Κάθε Πέμπτη ήταν εκεί και πιασμένες από το μπράτσο η μια της άλλης γύριζαν γύρω από την πλατεία στην αντίθετη φορά του ρολογιού. Για να βρουν τα παιδιά και τα εγγόνια τους που τα είχε καταπιεί το φασιστικό καθεστώς. [...] Στα τέλη του 1977, οι πρώτες μαμάδες και γιαγιάδες που οργάνωσαν τις διαμαρτυρίες [...] απήχθησαν από τα "τάγματα θανάτου". Τις έδεσαν, τις γύμνωσαν, τις βασάνισαν και στο τέλος τις πέταξαν ζωντανές από αεροπλάνο στη θάλασσα (επρόκειτο για τις γνωστές "πτήσεις θανάτου", οργανωμένες από τον ίδιο τον Βιντέλα). Όμως οι υπόλοιπες δεν κάμφθηκαν. [...] Εξακολούθησαν κάθε Πέμπτη να ορθώνουν τα ηλικιωμένα κορμιά τους χλευαστικά απέναντι στην εξουσία."

*τύπος αυτοκινήτου που παρήγαγε η αργεντίνικη βιομηχανία εκείνη την εποχή


Άσπρα μαντίλια στην Plaza de Mayo

Ο θάνατος φτάνει με μαύρη Ford Falcon
Φοράει γραβάτα και βλέμμα κοράκων
Αρπάζει παιδιά, μωρά από το στήθος
Εμπόρευμα ή λάφυρο, desaparecidos
Και στόλισμα αλλόκοτο του Rio de la Plata
Alicia, αδερφή μου, τη φρίκη σταμάτα

“Mi niño, μονάκριβο, παιδί μου θλιμμένο
Πού να ΄σαι, μιαν είδηση στερνή περιμένω
Κρυώνεις; Διψάς; Ανασαίνεις;
Κανείς δεν μου απάντησε  αν ζεις ή αν πεθαίνεις…”

Hebe, María, Azucena, μανάδες
Delicia, Marta, Teresa, μαινάδες
Τα σπλάχνα σας πίσω ζητάτε απ΄ το δήμιο
Στα χέρια σημαία, της φρίκης ενθύμιο
Κερί αναμμένο και φωτογραφία
Του δόλιου παιδιού που σας πήραν με βία

Άσπρα μαντίλια στην Plaza de Mayo
Μάνα καράβι, μάνα ναυάγιο
Στρέφεις μ΄ ανάποδο βήμα το χρόνο
Και με το δάχτυλο στο δολοφόνο
Για τα παιδιά σου που ακόμα τώρα
Γίνονται λεία σε σαρκοβόρα
Νύχια εμπόρων και σαστισμένα
Γυρνούν στους δρόμους γυμνά και ξένα
Μάνα αφόβητη, μάνα αγία
Σε μιαν ατέλειωτη χορογραφία
Το σώμα υψώνεις, γίνεσαι ασπίδα
Να μη χαθεί η ύστατη ελπίδα 

Στη Δαμασκό, στην Ειδομένη
Άγνωστη, μόνη κι απελπισμένη
Κι απ΄ τη Λουάντα στη Λαμπεντούσα
Αδικημένη, μοιρολογούσα
Κάπου, μια μάνα, πάντα, χορεύει
Και το παιδί της πίσω γυρεύει...

(Γεωργία Α. Βεληβασάκη 25/3/2016)



TRADUCCION EN ESPANOL:

Pañuelos blancos en la Plaza de Mayo

La muerte llega en verde Ford Falcon
Llevando una corbata y mirada de cuervos
Agarra a los niños, bebés de la mama
Mercancía o botín, desaparecidos
Y decoración extraña del Río de la Plata
Alicia, hermana mía, detenga el horror

"Mi hijo precioso, mi hijo triste
¿Donde estas? Espero una última noticia
¿Tienes frío? ¿Tienes sed? ¿Respiras?
Nadie me respondió si vives o te mueres…"

Hebe, María, Azucena, madres
Delicia, Marta, Teresa, ménades
Piden al verdugo que se devuelva a sus hijos
En sus manos como una bandera de recuerdo del horror
Vela encendida y la imagen
De su hijo desgraciado, atrapado por la violencia

Pañuelos blancos en la Plaza de Mayo
Madre como una nave, madre como un naufragio
Haces paso hacia atrás en el tiempo
Y con tu dedo indicas al asesino de sus hijos
Que, aún ahora, se convierten en botines
Para las garras carnívoras de los mercaderes
Y aturullados pasean por las calles, desnudos y ajenos

Madre valiente, madre sagrada
Bailas en una coreografía infinita
Elevas el cuerpo, convirtiéndote en un escudo
Para que no pierdas la última esperanza
En Damasco, en Eidomeni
Madre desconocida, sola y desesperada
Y desde Luanda hasta Lampedusa
Madre agraviada y doliente
Así para siempre una madre esta bailando
Y busca de nuevo a su hijo




* Eidomeni es un lugar de los refugios en Grecia

(Georgia Α. Velivasaki 25/03/2016)