Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2009

η ερώτηση



Ανέβηκα τον τοίχο μου απόψε και κοίταξα
δεν αναγνώρισα τίποτα
μα πάλι όλα μου φαίνονταν τόσο οικεία...


στην αρχή το φως
διασπώμενο σ΄ έναν κόμπο από ιδρώτα
έπειτα η εμπειρία
αλλοπρόσαλλο χορευτικό στις άκρες των νυχιών σου
- θα πέσω -
κι ύστερα πάνω στις πέτρες
η ερώτηση
ποιος αντικατοπτρισμός λάμπει στο σκοτάδι τόσο
και κρατάς τα μάτια σου ανοιχτά
μη τυχόν μείνει μετέωρο
το επόμενο βήμα;


Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2009

έχει έναν ήλιο έξω...



έχει έναν ήλιο έξω ωραίο.
πέφτουν οι αχτίδες πλάγια στην καρέκλα
κι αντανακλάται το ωραίο πάλι
μες στου δωμάτιου την ησυχία.


ανάσα.


ανοίγω ετούτη την οθόνη
που περιγράφει τα όσα είδα:


ισχνά τα νέα ως φαίνεται.
κάνει ηχηρό το τίποτα ως κάτι
που αξίζει να ειπωθεί
μα πάλι φοβάμαι μη γίνω βαρετή
σ΄ αυτόν που το κοινότυπο βαριέται.


ακούω τη μέσα μου φωνή ν΄ αναστενάζει
και δυναμώνω μια στιγμή την ένταση:


γλιστερά σκουλήκια

και καφέ στα μπρίκια

σου γελάνε
πέφτουν να σε φάνε


αναλλώνω

το μικρό μου χρόνο

σε σκουπίδια

και με ζώνουν φίδια
.

παύση.


κλείσε την πόρτα, μάτια μου.
όχι. καμία ρίμα δεν σε σώζει
ή θα σκοτώσεις το ληστή ή...

παύση.


έχει έναν ήλιο έξω ωραίο.
πέφτουν οι αχτίδες πλάγια στην καρέκλα
κι αντανακλάται το ωραίο πάλι
μες στου δωμάτιου την ησυχία.
..

Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2009

Νιώθω άνοιξη...



κρυστάλλινη η οροφή του κόσμου

θα πέσω

ο χρόνος είναι παιχνίδι για παιδιά

κι εγώ ένας θηρευτής του...

Τετάρτη, 4 Μαρτίου 2009

Ο τοίχος.



η ώρα δέκα το βράδυ κι έχω ήδη κλειδαμπαρωθεί.
δυο και τρεις φορές το κλειδί στην πόρτα.
απ΄ έξω έρχεται ο ήχος του σφυριού που χτυπά με μανία.
κι ο τοίχος δεν πέφτει.

φοβάμαι.
αν ο τοίχος δεν πέφτει προς τι όλος αυτός ο θόρυβος;
οι γείτονες γελάνε δυνατά.
θα ήθελα κι εγώ να γελάσω.

ο εφιάλτης της νύχτας μού δείχνει τον εφιάλτη της μέρας.
ποτέ δεν κοιμάμαι ή ποτέ δεν έχω ξυπνήσει.
δεν εξηγείται αλλιώς.
ο εφιάλτης, λέω.

χθες βράδυ πάλι μου άδειασε το σπίτι.
έλειπαν όλα.
τι αγωνία.
να ξέρεις ότι σου λείπει αβάσταχτα, αλλά να μη θυμάσαι τι.

το ψάχνω καμιά φορά, όρθια, στη μέση του δωματίου.
το ψάχνω επίμονα, σχεδόν με πανικό.
μέχρι που θυμάμαι ότι δεν υπάρχει κι αποφασίζω ότι είναι όνειρο.
ύστερα πηγαίνω μέχρι την κουζίνα και πίνω λίγο νερό.

τι θα γίνει αν μια μέρα δεν ξυπνήσω;
αν στ΄ αλήθεια έχω ξεχάσει κάτι σημαντικό;
κι αν το θυμηθώ.
θα τελειώσει ο εφιάλτης;

ή τότε θ΄ αρχίσει;