Κυριακή, 13 Μαΐου 2018

"Τετράδιο παραξενισμάτων"

(Άσκηση γραφής. Διήγημα υπό το φως του "Τετράδια Ονείρων" της Ζυράννας Ζατέλη)


Εγώ δεν ονειρεύομαι ποτέ. Δεν ξέρω γιατί δεν ονειρεύομαι. Η νύχτα είναι μια καλή ώρα για να ονειρεύεται κανείς. Αλλά όταν ξαπλώνω στο κρεβάτι μου για να κοιμηθώ και γέρνω στο μαξιλάρι και κλείνω τα μάτια περιμένοντας, δεν συμβαίνει τίποτα απολύτως. Ένα λευκό σεντόνι -και ούτε καν λευκό- απάνω ως κάτω τα όνειρά μου όταν νυχτώνει. Ό,τι κι αν γίνει, μα ό,τι κι αν γίνει, εγώ το βράδυ θα κοιμηθώ και δεν θα δω όνειρα.
            Δεν παραπονιέμαι. Τις μέρες ζω τέτοια αλλόκοτα πράγματα και τρελά. Καμιά φορά σκέφτομαι ν’ αρχίσω να τα καταγράφω σ’ ένα ημερολόγιο, να βάλω και τίτλο «Τετράδιο παραξενισμάτων», ας πούμε, και να το βγάλω προς πώληση στα καταστήματα και τα βιβλιοπωλεία. Όχι πως θέλω κάτι να κερδίσω, αλλά πιο πολύ για να δείτε τι τραβάω με τη μάνα μου, που δεν εννοεί να καταλάβει ότι γερνάω πια, ότι γερνάω.
            Να, τις προάλλες, είχα θυμώσει. Που ήταν πρωί και μπήκε στο δωμάτιό μου φουριόζα και δεν ξέρω τι την έπιασε και μου άδειασε όλα τα συρτάρια, να τα τακτοποιήσω, λέει, πιο καλά και τι νοικοκυρά είσαι εσύ τέλος πάντων και ποιος θα σε παντρευτεί με τα συρτάρια ακατάστατα, έλεγε. Έφυγε μετά άρον-άρον και με άφησε μ’ ένα βουνό από ρούχα να με κοιτάζει. Πήρα κι εγώ τη φίλη μου στο τηλέφωνο να της τα πω, να ξεθυμάνω και δώσαμε ραντεβού στην πλατεία˙ τα ρούχα ένα βουνό ας τα έβρισκε η μάνα μου όταν επέστρεφε. Κι εκεί που καθόμασταν με τη φίλη μου και χειρονομούσα και θύμωνα κι άλλο, απέναντί μου μια κοπέλα με σγουρά μαλλιά έπινε πορτοκαλάδα και μπροστά της μία κυρία με γυρισμένη την πλάτη, μεγάλη σαν τη μάνα μου περίπου, πριν πεθάνει. Δεν έδωσα σημασία, αλλά όταν σηκώθηκαν να φύγουν, η κοπέλα με πλησίασε και μου άφησε μία χαρτοπετσέτα διπλωμένη στα δύο. Μέσα έγραφε: «Ο θυμός σου είναι περιττός» με αποσιωπητικά. Μέχρι την επόμενη εβδομάδα, στοίβες οι εφημερίδες με αγγελίες για ενοικιαζόμενα διαμερίσματα και τις κύκλωνα, στο δωμάτιό μου. Και η μάνα μου όλο γαλιφιές και υποσχέσεις ήταν και δάκρυα.
            Άλλη φορά, βγήκα από το σπίτι, γιορτή, Χριστούγεννα. Ο δρόμος γυαλιστερός με γιρλάντες που αναβόσβηναν χρυσές πάνω από τα φανάρια και κάτι αστέρια κόκκινα. Κι εκεί που περπατούσα, γιατί ήθελα να πάρω ένα δώρο για τη μάνα μου, ή μάλλον όχι για τη  μάνα μου την ίδια, αλλά για μένα ήταν το δώρο που ήθελε η μάνα μου να της πάρω, αλλά δεν προλάβαινε, λέει και ούτε ήξερε τι -κι έπρεπε, τέλος πάντων, να σκεφτώ κάτι που θα το ήθελα πολύ και θα το λαχταρούσα- άκουσα μία μελωδία, μια μουσική πολύ γοητευτική και αναπάντεχη και δεν μπορούσα να καταλάβω από πού ερχόταν, ούτε ν’ αντισταθώ. Κι εκεί, στην άκρη του δρόμου, πόσο σαστισμένη θα φαινόμουν για ένα μικρό κορίτσι που στεκόταν δίπλα μου και μου έδειξε με το δάχτυλο τον ουρανό. «Κοίτα μια βροχή!», είπε κι έφυγε τρεχάτο. Από ένα παράθυρο ψηλά έριχναν κομφετί -λες και δεν ήταν Χριστούγεννα αλλά Αποκριά- κάτι παιδιά και γελούσαν. Η μελωδία σαν να δυνάμωσε κι άλλο και ο δρόμος έδειξε ακόμη πιο γιορταστικός. Και τότε μου ήρθε η ιδέα να γράψω ένα ποίημα για μένα, σαν να ήμουν η μάνα μου και όχι εγώ. Να δω λέει μέσα από τα μάτια της εμένα και ας ήμουν εγώ που έβλεπα γράφοντας μέσα από τα δικά μου μάτια εκείνο που θα ήθελα να έβλεπαν τα μάτια της μάνας μου. Επέστρεψα σπίτι χωρίς το δώρο μου και αντί για ποίημα έγραψα ένα τραγούδι.  
            Είναι κάτι μέρες που σκέφτομαι πως ίσως δεν είμαι παρά ένα ονειροφάντασμα. Ένα ονειροφάντασμα που ζει μόνο όταν οι «άλλοι» το ονειρεύονται. Το ονειρεύονται, ας πούμε, ένα μικρό κορίτσι που λαχταρά κομφετί μια ημέρα χριστουγεννιάτικη, ή μια κυρία πριν πεθάνει, ή μια κοπέλα με σγουρά μαλλιά που της αρέσει να ανακατεύεται σε ξένες υποθέσεις, ή η φίλη μου που κρατάει και νυχτολόγιο και ίσως κάποτε κι αυτή να γράψει ένα βιβλίο με τίτλο «Τετράδια ονείρων» και να το βγάλει προς πώληση στα καταστήματα και τα βιβλιοπωλεία. Ένα ονειροφάντασμα που όταν δεν το ονειρεύονται δεν ζει. Αλλά ένα λευκό σεντόνι -και ούτε καν λευκό- απάνω ως κάτω κρύβει τα όνειρά του που θα έβλεπε αν έβλεπε που ζούσε. Ύστερα, κι επειδή κάπως η τάξη νοιάζεται πάντα να αποκατασταθεί -ή γιατί η μάνα του αδειάζει τα συρτάρια επίτηδες να μάθει τι δεν είναι «τάξη» το κακό παιδί- ο ξύπνιος του γεμίζει με πράγματα αλλόκοτα που κάθεται και γράφει πως τάχα δεν ονειρεύτηκε. Μόνο έτσι μπορεί να εξηγηθεί μια τέτοια παραδοξότητα.

Γεωργία Βεληβασάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια: