
Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2010
μικρό πρελούδιο για την ευτυχία...

Παρασκευή 26 Νοεμβρίου 2010
Γιατί "η μουσική είναι φίλη μας..."*

Κι όλα τα βλέμματα είναι εδώ σ΄ αυτή τη μικρή χαραματιά, φεγγοβόλα κι απαστράπτοντα μικρά αστέρια που συνάντησα τότε τυχαία και που τώρα φωτίζουν άλλες γειτονιές. Και γίνονται λέξεις και χρώματα και νότες και θύμησες παλιές κι αναρωτιέμαι καμιά φορά αν υπήρξαν στ΄ αλήθεια ή αν υπήρξα στ΄ αλήθεια κι εγώ.
Σα μικρά καράβια που αρμενίζουνε και σφυρίζουν κάθε που θα συναντηθούν, έτσι περνάμε βιαστικά. Μα ίσα-ίσα μια ματιά φτάνει για να γεμίσει το αμπάρι μας με τρέχουσες στιγμές, που θα ξεχάσουμε γρήγορα και θα θυμηθούμε αργά ένα βράδυ. Όταν ένα τραγούδι θ΄ ανοίξει το δρόμο. Ή όταν ένα χαμόγελο ή δάκρυ σ΄ ένα πρόσωπο, ζωγραφίσει ένα άλλο χαμόγελο ή δάκρυ στο δικό μας πρόσωπο. Ή όταν απ΄ το παράθυρο φανεί ένα κομμάτι ουρανού από καιρό χαμένο. Και τι ωραία, το παιδί ζει και περιμένει...
*φράση από το ποίημα του Τάσου Λειβαδίτη "Περιμένοντας το βράδυ"
Πέμπτη 14 Οκτωβρίου 2010
Είναι βροχή...

Τρίτη 21 Σεπτεμβρίου 2010
κι από σήμερα φθινόπωρο...
και εις άλλα με υγεία,
Γ.Α.Β.
Τετάρτη 11 Αυγούστου 2010
Λήθη κοραλλιογενής...

(Άκουσα τις προάλλες στο ραδιόφωνο αυτήν τη μικρή εξωτική είδηση και μου έκανε εντύπωση. Σε κάποια χώρα της Ανατολής (πιθανόν στην Ιαπωνία) βυθίζουν τα παλιά τανκς στη θάλασσα προκειμένου να μεταμορφωθούν σε κοραλλιογενή νησιά. Είθε έτσι όμορφα να μετουσιώνονται, πάντα, όλα τα τρομερά και φοβερά του κόσμου μας!)
Tankhs
όπως Λίμνες που κρύβουνε θεριά *
Δοχεία με του θάνατου τη στάχτη
μετά Κεριά
Κοράλλια διάφανα
και να θαυμάσει
όποιος δεν πρόλαβε καλά να σκοτωθεί
για μιαν ιδέα τάχα
Αχ, να ΄χα
μιαν ανεμώνη
από τα βάθη εκείνων των νερών
να μου θυμίζει
η ζωή πως πάντα ξημερώνει
πως απ΄ την πέτρα γίνεται φωτιά
κι απ΄ τη φωτιά το χώμα
και πάνε – λένε –
οι μέρες οι κακές
και τα ερπυστριοφόρα
έχουνε γίνει τώρα
νησιά
να κατοικήσουν της λήθης τα παιδιά…
*λέγεται ότι η ονομασία tankh είναι παρμένη από τη γλώσσα Γκουτζαράτι (Ινδίες) όπου σημαίνει λίμνη, δοχείο
Γ.Α.Β. 10/08/10
Πέμπτη 22 Ιουλίου 2010
como todo...
είναι καιρός που δεν έχω γράψει κάτι εδώ.
cada dia busco por las palabras justas, pero no las encuentro.
δύσκολοι καιροί, θα πεις. δύσκολοι από πάντα, θα πω.
έλα να αναμετρηθούμε με το καλοκαίρι, διάολε.
ένα λουλούδι θ΄ ανθίσει πάνω από την ξεραμένη λάσπη.
φοβάσαι, το ξέρω.
cada dia es un dia que se va.
μα τα σημάδια απ΄ το χαμόγελο είναι δικά σου...
Πέμπτη 15 Απριλίου 2010
αηδόνια τη νύχτα...
ξημερώνει. ύπνο δεν έχω πάλι απόψε. θεριό η αγρύπνια μιας αγωνίας ακαθόριστης για έναν κόσμο που γκρεμίζεται ή που δεν έχει ακόμα χτιστεί. τα αηδόνια κελαηδάνε τέτοια ώρα. προχθές πετάχτηκα ταραγμένη η ώρα πέντε το πρωί και μες στο μισοξύπνιο μου έψαχνα τρόπο να καταγράψω εκείνο το αηδόνι που παρείσφρησε έτσι απότομα στο μικρό μου ύπνο. λες και η μνήμη αν δεν γίνει στερέωμα παύει να υπάρχει. οπωσδήποτε πάντως αλλάζει από τη ζωή που την ακολουθεί. και αποκλίνει από το αρχικό της νόημα. τη σημασία. είναι βολικό να τα παγώνεις όλα. το έχω αποτυπώσει σημαίνει το ελέγχω. δεν θα με ξεγελάσει εμένα ο χρόνος που περνάει. κι αύριο στο rewind θα είναι δικό μου πάλι. το ίδιο. ξανά και ξανά. ολόιδιο σας λέω. με τα συναισθήματά του και με όλα. σαν πίνακας ζωγραφικής. θα το επιδείξω μετά στους φίλους μου και ίσως το κάνω τραγούδι. ωστόσο, αν κάποιος με παρακολουθούσε εκείνη την ώρα από κανένα κρυφό παραθυράκι τάχα, μπορεί και να σκεφτόταν ότι είμαι τρελή. άλλωστε την άλλη μέρα το ηχογράφημά μου δεν ακουγόταν χωρίς το σκοτάδι. α, τα αηδόνια κελαηδάνε ωραία, αλλά μόνο μαζί με τη νύχτα… μια ευχή πέφτει με φόρα απ΄ το ταβάνι. ό,τι να γίνει ας γίνει. ό,τι να φύγει ας φύγει. κλείνω τα μάτια. ξημέρωσε.
Τρίτη 6 Απριλίου 2010
Περί Τέχνης...

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2010
Η τέχνη είναι η σκοτεινή επιθυμία των πραγμάτων...

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2010
απ΄ τα σύνορα του χρόνου ως την Αϊτή
Μη ρωτάς πού ταξιδεύω πού χαμογελώ
μ΄ ένα σύννεφο παλεύω μ΄ έναν ουρανό.
Για δυο μάτια φεγγαρένια που όταν το παιδί γελά
μοιάζουν θάλασσα ασημένια μες στην ερημιά.
Έλα και πες μου τι να κάνω που φοβάμαι
αυτά τα μάτια που είναι ολόκληρα ένα φως
μη χάσουν κάποτε τον τρόπο που γελάνε.
Μη ρωτάς πού ταξιδεύω έτσι μοναχή
μια μικρή χαρά ζηλεύω να ΄χει το παιδί.
Το παιδί που ζητιανεύει ξεροκόμματα
και το βήμα του γυρεύει μες στα χρώματα.
Κοίτα το πώς σιγοτρέμει σα φτερό η ψυχή
μα το πρόσωπό του πλένει μια πικρή βροχή.
Έλα και πες μου τι να κάνω που φοβάμαι
έτσι που το παιδί ανασαίνει το χαμό
πως τ΄ άγρια στόματα του κόσμου θα το φάνε…
Έλα και πες μου τι να κάνω που φοβάμαι
αυτά τα μάτια που είναι ολόκληρα ένα φως
μη χάσουν κάποτε τον τρόπο που γελάνε.
Για δυο μάτια που διψάνε μια σταλιά νερό
και ξυπόλητα γυρνάνε κόντρα στον καιρό.
Απ΄ τα σύνορα του χρόνου ως την Αϊτή
αχ, το δάχτυλο του τρόμου δείχνει το παιδί.
Το παιδί που ζητιανεύει ξεροκόμματα
και τη μάνα του γυρεύει μες στα χώματα...
10/02/10
Γ.Α.Β.
Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2010
Locura...
"Ίπταμαι πάνω από έναν κόσμο που προσπαθώ να καταλάβω. Κοιτάζω έξω απ΄ το παράθυρο και βλέπω. Η μεταστροφή είναι πέρα κάθε φαντασίας. Ονοματίζει τρελό τον ανυπόκριτο. Σα να λέμε, αυτόν που δεν λειτουργεί υπό την κρίση άλλων. Τρελό αυτόν που ακολουθεί τον εαυτό του, τη μέσα του θάλασσα. Αναθεωρώ. Ίπταμαι πάνω από έναν κόσμο που προσπαθεί να με ενσωματώσει.
Ερώτηση. Πόσο αληθινή μπορεί να είναι μια πραγματικότητα; Ο άνθρωπος που δεν εντάσσεται είναι παράξενο πουλί. Η επιβεβαίωση αυτή ακυρώνει τη λογική – την τυπική, για τις άλλες αγνοώ. Αλλά αύριο θα ξημερώσει άλλη μέρα. A-priori συνθετική η πιθανότητα. Κι άλλωστε υπάρχει θεός και βλέπει. A-priori αναλυτική. Αν υπάρχει.

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2009
ITHACA...
Σημείο συνάντησης: Θύρα 7, παλιό λιμάνι Θεσσαλονίκης. Χρονικές συντεταγμένες: 22112009. Προορισμός: Ιθάκη. Επιβάτες: Κυρίως φοιτητές, νέοι εκκολαπτόμενοι καλλιτέχνες παντός είδους, ψαγμένοι τύποι ή απλοί περαστικοί που είδαμε κόσμο και ήρθαμε. Η τυχαιότητα σαφώς στην υπηρεσία του σκηνοθέτη. Η μουσική αντηχεί από κάπου μακριά ή από κοντά - δεν έχει σημασία. Όχι δεν θα πω κάτι για τον ολοένα αυξανόμενο αριθμό. Γιατί το βαγόνι είναι μικρό αλλά η τέχνη χωράει παντού. Σαν καράβι που κινάει και δεν ξέρουμε, θα φτάσουμε άραγε;
Αυλαία. Στάση πρώτη, βιολετί νησί στη μέση της ασφάλτου. Το φανάρι ανάβει. Σβήνει. Ανάβει. Η τρελή έχει βάλει τα καλά της, χαμογελά και μας υποδέχεται με σφηνάκια λικέρ. Δύσκολο να αντισταθείς σε τέτοια ομορφιά. «Αχ, σας περίμενα. Είμαι τόσο μόνη εδώ. Παρακαλώ περάστε. Πάρτε κάτι. Είμαι τόσο μόνη!» Την προσπερνάμε έτσι όπως έχουμε συνηθίσει να κάνουμε κάθε μέρα, αν και με μια μικρή συστολή αφού δεν ξέρουμε, αυτό είναι που περιμένει από μας ο σκηνοθέτης;
Γιατί κατ΄ άλλους εν αρχή ην το πυρ. Όμως οι επίδοξοι εραστές στητοί κάτω από τον ψεύτικο πυρσό απορούν για το μπουλούκι που έτσι ξαφνικά μαζεύτηκε μπροστά στην πόρτα τους. «Και τι είναι αυτά που τραγουδάτε για δάχτυλα βουνά πάνω από θάλασσες φεγγάρια; Εμείς να γαμήσουμε ήρθαμε, φύγετε!»
Μετέωρες ευχές και απορίες και χρώματα και φώτα παράξενα σαν μύηση μυστική που αποκαλύπτεται ξάφνου μόνο σ΄ εκείνον που βλέπει. Στα υπόγεια θα διαδραματιστεί η επόμενη σκηνή. Τεντωμένη σε μια σκάλα από ποιήματα ή σε μιαν απλώστρα για φάσματα μωρά ή σε μια κρεμάστρα για έναν που πνίγεται ή σ΄ ένα στοίχημα για δύο που αδημονούν. Ψηλά και μακριά η απόδραση.
Ίσως ο στυλίτης στην άλλη μεριά να ξέρει. Παίζει ή ξεψυχά; Εκκρεμεί η απάντηση, λεπτοδείκτης που μετρά μέχρι την επόμενη μέρα στον ίδιο δρόμο. Ως τότε, χαμογέλα μπορεί και να είναι ψέματα. Η νύχτα ηχεί σαν πλαστική βροχή ως τον επόμενο σταθμό…
…και δείτε εκεί στα τσακισμένα σπίτια πώς κείται, αφανές στα μάτια των βιαστικών, σιωπηλό και υποταγμένο, στο χρόνο και στη φθορά. Από κουτιά, σας λέω, από σκόνη είναι φτιαγμένο αυτό το παρασκευαστήριο. Δείτε το πώς σκίζεται κάθε φορά που κάποιος στρέφει το βλέμμα αλλού, πώς σκορπίζεται σε ανατολή και δύση. Διαφημίσεις από την πρώτη εποχή, χαμηλά ταβάνια, ασύμμετροι όγκοι μηχανών του σιδερένιου παρελθόντος, εκθέματα ζωής τελειωμένης. Έργο τέχνης σας λέω, έργο τέχνης είναι αυτό το παρασκευαστήριο. Και πόσοι έχουν ζήσει και πόσοι έχουν πεθάνει εδώ τυλιγμένοι σε ρολά κίτρινο χαρτί. Δείτε το πώς στέκεται κάθε φορά που κάποιος στρέφει το βλέμμα του. Όχι δεν θα πάρω άλλο καφέ. Νύχτωσε τώρα.
Τελευταίο πέρασμα, ανάμεσα στα πόδια της. Τ΄ ανοίγει ολότελα η τρελή αιωρούμενη σαν ύφασμα ξεφτισμένο απ΄ τον καιρό. Άφησε το βιολετί νησί της κι ήρθε τρέχοντας με τον αέρα να προλάβει να ζήσει. Μάτια λαίμαργα, ομφάλιοι λώροι, στόματα ανοιχτά, καιόμενες γλώσσες, όλοι του κόσμου οι πεινασμένοι την ακολουθούν με ρυθμό. Κι η μουσική – ένα βιολί ή ένα σαξόφωνο ή ξεχασμένο κάποιο ράδιο ανοιχτό κάπου κοντά ή κάπου μακριά – άκου πώς μας συνδέει ανάλαφρα κάτω από το φως της ολοένα ανατέλλουσας τυχαιότητας ή τέχνης ή ζωής. Και να, κοίτα με, χορεύω κι εγώ δεμένη με σχοινιά απ΄ την κορυφή τ΄ ουρανού ακροβατώντας στο τόξο μαζί με την Ιθάκη και μ΄ όλα της τα πρόσωπα αφού έτσι το θέλησε απόψε ο σκηνοθέτης.
Συμπέρασμα: Η τρελή δεν γίνεται ν΄ απαρνηθεί την τρέλα της χωρίς να χάσει τον εαυτό της.
Μια σούπα από χώμα κι αστέρια είναι ότι πρέπει τέτοια ώρα…